Σελίδες

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Tράβα σκανδάλη

Πάλι, τράβα σκανδάλη
Σ'ότι προλάβαμε και ζήσαμε
σημάδεψε και ρίξε στο κεφάλι

Πάλι, τις Κυριακές που αλητεύαμε
Και τις βιτρίνες που χαζεύαμε
σημάδεψε και πάτα τη σκανδάλη

Δε χωρίζουν όμως έτσι οι ζωές
των ανθρώπων π αγαπήθηκαν με τόσο κόπο
Ή κι οι δυο μας ή κανείς
Ως την άκρη της κλωστής
Ισορροπήσαμε κι εμείς

Πάλι, ότι προλάβαμε και ζήσαμε
Και όλα αυτά που ψιθυρίσαμε
Σημάδεψε και ρίξε στο κεφάλι

Πάλι, καθώς τα ρούχα μας σωριάζονται
στα σώματα μας που αγκαλιάζονται
σημάδεψε και πάτα τη σκανδάλη



Στίχοι: Μυρτώ Κοντοβά
Μουσική: Δήμητρα Γαλάνη
Πρώτη εκτέλεση: Άλκηστις Πρωτοψάλτη

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

50 χρόνια Φεστιβάλ

Περπατώ στην Τσιμισκή και μ’ ακολουθεί ένα βουητό μέσα στη λιακάδα. Μία πλημύρα ήχων που θυμίζουν «καλημέρα», «τι κάνεις;», «κατέβηκες Αποθήκη;», «Ολύμπιον στις επτά» σε διάφορες γλώσσες. Οι πιο όμορφες μέρες της πόλης είναι οι μέρες του Φεστιβάλ με τρελή λιακάδα. Ανάγνωση εφημερίδας στο Nτορέ, εσπρεσάκι στην παραλία, κάτι κρύο στο χέρι στο καφέ της Αποθήκης. Η Θεσσαλονίκη είναι η παλιά παραλία της και το λιμάνι της, αυτά την ξεχωρίζουν από οποιαδήποτε άλλη πόλη των Βαλκανίων. Εκεί στο λιμάνι της έχει στηθεί η μεγαλύτερη γιορτή του κινηματογράφου, εκεί θα απολαύσεις υπέροχες ταινίες μαζί με τους δημιουργούς τους, εκεί θα παρακολουθήσεις τα περισσότερα μάστερ κλας, εκεί θα χαζέψεις το ηλιοβασίλεμα αυτής της πόλης που είναι μαγικό. Μα το ωραίο με το Φεστιβάλ είναι ότι για μία εβδομάδα όλο το κέντρο αποκτά ζωή, μία ακόμη ζωή πέρα από των ντόπιων, των φοιτητών και των περαστικών που πάντα το περπατούν… Θα στήσεις αυτί και θα στοιχηματίζεις την εθνικότητα της παρέας στο δίπλα τραπέζι, αρκετές φορές θα εκπλαγείς ευχάριστα από την πολυχρωμία τους, τέσσερις πέντε άνθρωποι από ισάριθμους έτερους πολιτισμούς, που τους κουβαλούν στην τέχνη τους. Θυμάμαι κάποιες μέρες του φεστιβάλ με βροχή, δεν ήταν τόσο όμορφες όσο η σημερινή, η χθεσινή, η προχθεσινή.
Πάρε το αεροπλάνο κι έλα να με βρεις, κάπου την παραλία πίσω από τα μαύρα μου γυαλιά, θα διαβάζω εφημερίδα και θα παρακολουθώ το πολύχρωμο σεργιάνι, Ντορέ – Ολύμπιον – Αποθήκη…


Αντί καλημέρας

Πότε θα σταματήσει το παζάρι κάθε ξημέρωμα Κυριακής στα περίπτερα;
Ειναι καιρός οι εφημερίδες να ξαναγίνουν αυτό που δηλώσει το όνομά τους και να πάψουν να είναι σούπερ μάρκετ, dvd club, κι ό,τι άλλο...
Οι εφημερίδες μας όπως και τα κανάλια μας πλεονάζουν σε αυτή την χώρα!
Κύριοι εκδότες έλεος, δεν είναι ντροπή κάποιοι να παραμείνετε υπάλληλοι (έτσι κι αλλιώς έχετε υπαλληλική σχέση με αυτούς που εξυπηρετείτε)...

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Ονειρεύομαι

Δεν καμώνομαι σκέψεις, μόνο όνειρα… Τα πασπαλίζω με μαύρη ζάχαρη και κανέλλα. Τα ξεροψήνω στους 200 βαθμούς Κελσίου για να κάνουν κρακ όταν σπάνε. Για να αντέχουν στο μούλιασμα μιας νυχτερινής βροχής. Για να’ναι γλυκά σαν το βλέμμα σου καρδιά μου και να μυρίζουν όμορφα. Ονειρεύομαι αρώματα και μουσικές κι ένα κρακ στην καρδιά γιατί κι εκείνο πρέπει…

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

«Ήπια φόβο πολύ, ήπια μόλυνση, ήπια ψέματα ...»

Μεγαλώνουμε σε θερμοκοιτίδες που μπορούν να σπάσουν ακόμη και μ’ ένα τόσο δα μικρό χαλικάκι…
Και μετά;
«Ήπια φόβο πολύ, ήπια μόλυνση, ήπια ψέματα ...» που λέει και η Χαρούλα… Μεγάλωσα… και μου πήραν όλα όσα νόμιζα δικά μου, έσπασαν τα παιχνίδια μου και έδιωξαν τις νεράιδες μου.
Δεν είμαι γεννημένη για τα τούτα – έλεγα κάποτε – δεν είμαι έτοιμη για όλα αυτά, μονολογώ τώρα.
Οι ασπίδες μου μακριά, σε άλλα γεωγραφικά πλάτη, οι ουρανοί μου νεφελώδεις χωρίς ευκρίνεια.
«Ήπια φόβο πολύ, ήπια μόλυνση, ήπια ψέματα ...» και έκατσα και γκούγκλαρα τον φόβο, την μόλυνση, τα ψέματα. Φοβήθηκα κι άλλο. Άι σιχτίρ, όλοι μου οι φόβοι, όλα μου τα ψέματα σε μια 17αρα οθόνη να με κοιτούν. Όλο το δηλητήριο να τρέχει μέσα στις φλέβες μου.
Την άνοιξη θα ξαναγεννηθώ, κυριολεκτικά και μεταφορικά στα γενέθλιά μου. Θα βγάλω ανθάκια να τα μυρίζουν οι περαστικοί και να σταματούν. Να αρχίζουμε κουβέντα και να τους πιάνω το χέρι. Να τους συστήνομαι διά χειραψίας – να έρθουν οι δικοί μου άνθρωποι και να πέσω στην αγκαλιά τους και πάλι, χωρίς μαύρους κύκλους, χωρίς πόνους, χωρίς φόβο, μόλυνση και ψέματα…
Αχ Χαρούλα… Στα σπάργανα ήταν το τραγούδι σου όταν με κοίταξε στα μάτια η ζωή μου…

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Χρωματισμένες λέξεις

Σκέπτομαι, δεν θέλω να γράφω άλλο… βλέπω τις λέξεις να αιωρούνται στο μυαλό μου κι εγώ να τις τακτοποιώ στο χαρτί, στην οθόνη, χωρίς να τις ρωτήσω εάν αυτό επιθυμούσαν εξαρχής, αν είναι ευχαριστημένες με το νόημα που τους δίνω. Ειδικά τις πιο μεγάλες, αυτές που είναι πολυσύνθετες κι ενήλικες από καιρό ή εκείνες που παράγουν τόσες άλλες, ποια είμαι εγώ να τις κρατώ ακόμη από το χέρι και να μην τις αφήνω ελεύθερες να μου δείξουν εκείνες το δρόμο;
Σκέπτομαι πως ήρθε η ώρα να βουτήξω και πάλι τα πινέλα μου σε μια πολύχρωμη παλέτα. Ν’ αφήσω τις λέξεις να σωπάσουν και ν’ αφηγηθώ με τις εικόνες όσα ζω κι ό,τι επιθυμώ. Και να πάρω το ψαλιδάκι και την UHU μου vα παίξω με τις φωτο που αγαπώ…
Κι ύστερα, ας έρθουν κι οι λέξεις αν το επιθυμούν, να διαλέξουν τη θέση τους μέσα στους πίνακές μου…


Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Tι απέγινε ο Πρίγκηπας του παραμυθιού;

Ποιος σκότωσε τον Πρίγκηπα* του παραμυθιού; (*ναι ακόμη με Η). Εκείνον που περίμενα να ’ρθει να με φιλήσει, να με ξυπνήσει από τον λήθαργο… από το ατελείωτο shopping therapy και τις νύχτες μαραθώνιων επεισοδίων της αγαπημένης μου σειράς;
Μπορούσε να με κάνει να διώχνω τα σύννεφα, να γεύομαι σπανακόριζο και haute cuisine με την ίδια χαρά, να με κάνει να σπιντάρω στην παραλιακή κι ας μην ξέρω να οδηγώ.
Όλα αυτά βέβαια σε κείνο το ροζ συννεφάκι που άρχισε να φουσκώνει πάνω από το κεφαλάκι μου χτενίζοντας τις κούκλες μου χιλιάδες χρόνια πριν …
Κι ύστερα ήρθε η ζωή – κατά το Ήρθαν οι μέλισσες – όπως και ο Ξανθούλης, τα παραμύθια έκλεισαν και σκονίστηκαν, οι κούκλες έμειναν αχτένιστες. Κι ο Πρίγκηπας τι απέγινε;

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

9! Τι μαγικός αριθμός!!!



NHK Symphony Orchestra conducted by Vladimir Ashkenazy.
NHK Hall, Tokyo, 2005.
Beethoven - Symphony No.9 Mvt.1 (1/2)

Chorus : Tokyo Nikikai Opera Foundation
Soprano : Maki Mori
Mezzo-soprano : Charlotte Hellekant
Tenor : Mika Pohjonen
Baritone : Sergei Leiferkus

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Μακριά σου...

Κι αν πέρασαν χρόνια μακριά σου, οι μυρωδιές πάντα με φέρνουν δίπλα σου… λες και θ’ ακούσω το κλειδί στην πόρτα σαν θα μπαίνεις…
Γυρίζω πίσω και σε κοιτώ, στέκεσαι στην πόρτα σα νά ’ρχεσαι σα να φεύγεις. Όπως την τελευταία φορά. Κι όταν όλοι θα πουν φεύγεις εγώ θα πω ήρθες, ήρθες πάλι… κι είναι βράδυ, από αυτά που δεν λένε να τελειώσουν, να νυχτώσουν για τα καλά και να τελειώσουν. Δεν μιλάς, ξέχασες το πάντρεμα των λέξεων και μόνο με κοιτάς. Εμένα ή απλά γύρω σου; Τί άλλαξε; Δεν μοιάζουν όλα όπως τα άφησες. Ακόμη και τα βάζα τα ξαναγέμισα με λουλούδια που δεν σε θυμίζουν, δες τα χρώματα, τόσο διαφορετικά από τα μπουκέτα που διάλεγες εσύ. Η πολυθρόνα σου τραβηγμένη στην άκρη, το τραπέζι άλλο, οι κουρτίνες άλλες… το φεγγάρι έξω το ίδιο.
Αυτή η μυρωδιά έρχεται πάλι, μυρωδιά αγκαλιάς και τρεχάλας ως ένα ψυγείο ΕΒΓΑ. Αχ τα μάτια σου, τα μάτια σου τα λένε όλα κι εγώ μεγαλώνω μακριά σου περιτριγυρισμένη από ξένες μυρωδιές…




Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Παραμυθιάζομαι

Και τώρα που ο μικρός πρίγκηπας αποκοιμήθηκε, το τριαντάφυλλο θα βάλει τα ψιλοτάκουνά του, θα ανέβει στο μαγικό ιπτάμενο χαλί και θα πάει να συναντήσει τους 7 νάνους στο «άλις αντβέντιουρς» μπαρ όπου η σταχτοπούτα σερβίρει φρόζεν στρόουμπερι ντάικιρις με φραουλίτσες από το περιβόλι της κοκκινοσκουφίτσας!

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Οι φίλοι μου

Τις μέρες μου τις στολίζουν χαμόγελα φίλων, γαλάζια νερά και αγαπημένες μουσικές.

Τις νύχτες μου η γλυκιά ζάλη του αλκοόλ, η αγκαλιά της έγνοιας μου, τα παιχνίδια των φίλων.

Ήλιος και φεγγάρι παίζουν κρυφτό και σιωπηλά συνωμοτούν με ένα κλείσιμο του ματιού.




Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

Αστέρι Αστεράκι

Το πιο όμορφο χαμόγελο μου το χάρισες σήμερα σε συσκευασία δώρου. Και μία από τις πιο ζεστές αγκαλιές...

Όταν σε ρωτάει ένα παιδί "θα'ναι το αστέρι εδώ ή θα φύγει όταν κοιμηθώ" ή "Πες μου ποιός οδηγεί τα αστρα στον ουρανό" το μόνο που μπορείς να πεις είναι ότι όσα μάθαμε μας πήραν μακριά αυτά που νιώθαμε...

Το χαμόγελό σου έχει την δύναμη να με κάνει κι εμένα παιδί, να με ταξιδέψει σε μέρη έξω από κιτρινισμένα άλμπουμ, να διώξει το πέπλο της λησμονιάς. Και να με κάνει να αναρωτηθώ, ποιός μας οδηγεί ως εδώ και πόσο μακρινό θα 'ναι ακόμη το ταξίδι;

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

H Σονάτα του Σεληνόφωτος (Γιάννης Ρίτσος)

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο:)

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα. Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησε με να έρθω μαζί σου.....

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου). Άφησε με να έρθω μαζί σου. Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να έρθω μαζί σου....

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί ή να σκουπίζω τα μάτια μου, διατήρησα καλή την όρασή μου, ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια....

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64, - κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, - κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου ’λεγα για την πολυθρόνα ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; - έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, φοβήθηκα τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να έρθω μαζί σου...

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Αϊ-Νικόλα, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα, έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,στη λευκότητα του σεληνόφωτος, πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα) ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει ο θαυμασμός σου, - θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα, άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να έρθω μαζί σου ...

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με, γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη, ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη, γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού, στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο πέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. Δε φτάνει. Άφησε με να έρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια. Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου. Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις, να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε. Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις. Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω. Άφησε με να έρθω μαζί σου.....

Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει. Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του να ζει απ' τους νεκρούς του να ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου του και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ' ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια. Άφησε με να έρθω μαζί σου. Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς, είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη, κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης, κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου. Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, - κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη, πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές, διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο. Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου; όσο κι αν διψώ, - πως να το φέρω; - Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε, αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω. Άφησε με να έρθω μαζί σου....

Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά βαριά του αρκούδα με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ' αφήνουν πιαν να βγουν έξω μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για πού και γιατί έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς, και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της. Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της, χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ. Άφησέ με να έρθω μαζί σου....

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών, τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες, φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα, δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν, ν' ανεβαίνουν και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες, τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς; Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη, κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια, μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω, μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν πάντως εγώ τα δίνω. Άφησέ με να έρθω μαζί σου....

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου. Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε. Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα; Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου, - τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ' το τραπέζι μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του, και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμουμην κοιτάξεις μέσα, έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις, μην κοι- τάχτε, ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, - ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι, ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστιριακές φωνές δεν τις ακούτε; Βαθύ-βαθύ το πέσιμο, βαθύ-βαθύ το ανέβασμα, το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του, βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα, ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος, πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα, εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες...
Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη, άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου, χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις; Άφησέ με να έρθω μαζί σου....

Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της,την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματα σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα...

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, - ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιας εποχής". Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.) ...

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

H NYXTA

Δεν πέρασε η νύχτα … κι ας ξέφυγαν οι δείκτες μπροστά. 
Μην μου θυμώνεις όταν σου μιλώ, στο ίδιο όνειρο, στον ίδιο εφιάλτη βρεθήκαμε πάλι. 
Εσύ έψαχνες από κάπου να πιαστείς κι εγώ κάποιον για να φύγω. 
Μία ηλιαχτίδα, ένα γράμμα, ένα ντριν… 
Τίποτε δεν υπήρξε. 
Όλα ερήμην μας γίνονταν σ’αυτήν την ζωή. 
Στην άλλη; 
Μην μου θυμώνεις που ακόμη μετρώ αστέρια κι ευχές. 
Κάτι μέσα μου ελπίζει στο φως.  
Κάποιες κουβέντες που δεν τολμήσαμε ποτέ. 
Λέξεις και πάλι λέξεις… 
Κι εγώ σκαλίζω το αλφάβητο για να θυμηθώ… 
Πόσο εύκολα γράφονται οι λέξεις; 
Μητέρα, έρωτας, παιδί, ζωή. 
Αγάπη. 
Στέρεψα από δαύτες. 
Oι νύχτες μου είναι λευκές, ένα καραγκιόζ-μπερντέ… 
Μην μου θυμώνεις που το μόνο που έμεινε πια είναι η σκιά σου.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ

Ελίχθηκες ανάμεσα σε δυο οπτασίες.
Οι άγγελοι της ήβης σου πίναν τους χυμούς σου.
Στις κρυφές παραλίες της Αστυπάλαιας
ξάπλωσε ο λογισμός σου.
Οι θεοί σου πνιγμένοι στο Αιγαίο.
Η νοσταλγία τους σωσίβιο της μνήμης.
Κράτα το βήμα σου στην πέτρα.
Η Κίρκη γύρισε με την αλμύρα της θάλασσας.
Τις οπτασίες σου τις κλέψαν οι αγγέλοι.
Η ομορφιά κατοικεί σε γήινα κορμιά.
Η ελπίδα ζει στις ψυχές των θνητών.
Την αυγή θα σε περιμένω
στην διασταύρωση των δυο σου οριζόντων.


ΤΑ ΦΩΤΑ

Ένα-ένα
κι απόψε θα τα σβήσω,
τα δυο, τα τρία,
τα τέσσερα τα φώτα.
Θα παραπατήσω
σε σκάλες γυριστές,
θα σηκωθώ,
θα ξαναρχίσω.
Θα σε βρω
μέσα στο σκοτάδι.
Εκεί που σ’ άφησε εχθές
η κόρη του ματιού μου.
Θα σε αγγίξω
μ’ ένα χάδι.
Μην τραβηχτείς,
η ζωή αρχίζει πάλι.

Η Επιστροφή

Θέλω να φωνάξω, να γελάσω να κλάψω...
Θέλω να τραγουδήσω δυνατά...
Να πω όσα δεν πρόλαβα.
Θέλω να έρθει η ώρα της Επιστροφής.
Αλλά δεν ξέρω ακόμη αν είναι επιστροφή 
ή νέα αρχή.
Χωρίς την γνώση του που ανήκεις δεν επιστρέφεις πουθενά.
Μια Θολούρα...
Μια εικόνα που μπλέκεται με το φεγγάρι έξω,
πού ζουν οι ποιητές;
Πόσο ακόμη θα με στοιχείωνει ο στίχος που διάβαζες όταν με γνώρισες;
Πέρασαν χρόνια κι είμαι εδώ...
Πάλλομαι στον ήχο του κινητού, 
στην ροή των λέξεων…
Γι’ αυτό σώπασες;