Σελίδες

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Μικρά Αγγλία


Μικρά Αγγλία.  Η μεγάλη έκπληξη λίγο πριν φύγει το '13. 

Ο Βούλγαρης είναι μελωδός.  Οι εικόνες του είναι μια μουσική απ' τον παράδεισο στον λόγο της Καρυστιάνη. Δημιουργεί με μεράκι, σεβασμό και υπομονή.  Αργά αργά, σαν καΐκι που περικυκλώνει το νησί. Σαν κεντήστρα που φτιάχνει δαντέλες να κρύβουν τα βλέμματα των κοριτσιών σε καπετανέϊκα σαλόνια.  Τα κοντινά πλάνα του αιχμαλωτίζουν το αχ σε μια κίνηση του κορμιού, σε μια αγκαλιά.   

"Ρέει το μπλε κι εμείς μαζί του, μαζί τους στο κύμα". 

Η Καρυστιάνη ακουμπάει στο χαρτί μνήμες που δεν έχουν προλάβει να αποκρυπτογραφηθούν.  Λόγια ανείπωτα μέσα στον χρόνο.  Βάζει τις αδελφές να θυσιαστούν στο βωμό του ανεκπλήρωτου έρωτα.  Να ομολογήσουν πόνους και πόθους κρυφούς. Και γύρω από αυτές ο Χορός, ένα μάτσο Πηνελόπες, υφάντρες του αργαλειού.  Κορυφαία αυτών η μάνα.  Η Καρυστιάνη την αγαπά, την ντύνει με ανεξίτηλα χρώματα αρχαίας τραγωδού.  Της γράφει λόγια που μετράς τις συλλαβές.  Κοφτά, σκληρά σαν κι εκείνη.  Ο Βούλγαρης στο πρόσωπό της δείχνει ολόκληρο το νησί, γένους θηλυκού κι αυτό, αμπόλιαστο για χρόνια. 

Η Άνδρος μεταμορφώνεται στη σκηνή που θα παιχτεί το δράμα.  Κάθε αυλαία κι ένα μαγικό τοπίο. Πουθενά αλλού η Όρσα, η Μόσχα, ο Σπύρος δεν θα γίνονταν μέρος του παραμυθιού. 

Η μουσική της Πολέμη πιστή σε μια ολόκληρη εποχή, γεφυρώνει σιωπές με άγρια κύματα και θρήνους. Τις ώρες της χαράς θέλεις να σηκωθείς να χορέψεις το μπάλο και το βαλς. Επάνω της ξεδιπλώνονται τα "θέλω" των πρωταγωνιστών.  

Τα νιάτα, ο βαθύς έρωτας, το νησί, τα γηρατειά, η μυρωδιά του γιασεμιού, το φιλί στο στόμα.  Με αυτές τις εικόνες θα ευχηθώ "στο καλό" στο χρόνο που φεύγει. Τέτοιες εικόνες προσμένω να ξαναδώ τον χρόνο που έρχεται.



Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Ήθελα κάτι να γράψω




Σήμερα ήθελα κάτι να γράψω όπως και άλλες μέρες και μετά θυμήθηκα εσένα που θα το διαβάσεις και σταμάτησα (όπως και τις άλλες μέρες).  Ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, μια αναπάντητη στιγμή που είχα ονειρευτεί κάποτε,  έναν αιώνα πριν.   Μια στιγμή που δεν ήρθε ακόμη και δεν θα φανεί. Σαν ανέκδοτο διήγημα σκονισμένο σε ένα συρτάρι.  Εσύ ήσουν τόσο άλλος από αυτό που ζήταγες μακριά μου.  Κοντά, μακριά, έχει σημασία; Στο δρόμο οι άνθρωποι περπατούν βιαστικά και δεν μιλάνε, σκουντιούνται αλλά δεν μιλάνε.  Δεν ζητάνε πια «συγγνώμη», δεν απλώνουν το χέρι να σηκώσουν αυτόν που στραβοπάτησε  δίπλα τους.  Έτσι κινούνται και μέσα στις σχέσεις, χάθηκαν στη μοναξιά τους.  Έρημες πόλεις κουβαλάμε μέσα μας.  Εσύ κι εγώ μαζί δεν είμαστε μια πολιτεία.  Δεν προφταίνουμε να κτίσουμε σπίτια που θα φιλοξενήσουν τις στιγμές που ονειρεύτηκε ο καθένας μας.  Ίσως επειδή δεν τις ονειρευτήκαμε μαζί.  Οι λεωφόροι μας θα παραμείνουν σκοτεινές, κι εγώ θα συνεχίζω να αποζητώ σκιές όταν θα βγαίνει το φεγγάρι.  Σήμερα ήθελα κάτι να γράψω αλλά πάλι χάθηκα στον λαβύρινθο του μυαλού μου.  Ξεχνιέμαι, προσπερνάω, παίρνω άλλα μονοπάτια, σκοντάφτω πάνω σου και κάνω να φύγω.  Τριγύρω βοές από κόσμο που έχει κουραστεί να περιμένει, που ζητάει να βγει μπροστά.  Που θα πας;  Η καθημερινή σου διαδρομή θα αλλάξει μα εσύ θα μείνεις ο ίδιος.  Πόσο καιρό χρειάστηκες να φτάσεις ως εδώ;  Δεν θυμάμαι.  Πολύ θαρρώ μα έμοιαζε μ’ ένα μακροβούτι.  Κι ύστερα ήρθες εσύ κι έβαλες πλάτη να ακουμπήσω και να σταθώ.  Μα μπροστά μου τι;  Άδειες σκοτεινές λεωφόροι και το φεγγάρι χλωμό. Θέλω να χαράξω διαδρομή για μια Ιθάκη.  Στο μυαλό μου κατοικούν ένας μονόκερως κι ένας δράκος.  Τους έκλεψα από δυο διαφορετικά παραμύθια.  Τους έβαλα σε διαφορετικές αυλές, να προστατέψω τον δράκο από την μοίρα του κακού.  Σήμερα ήθελα κάτι να γράψω και κάτι να σου πω. Καληνύχτα.

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Καλοκαιρινές Εικόνες [10]



Εύβοια, Λευκαντί. Μισό καλοκαίρι διακοπές στη θάλασσα. Τότε που υπήρχαν μόνο 4 ξενοδοχεία και 20 σπίτια, ή τουλάχιστον τόσα εγώ θυμάμαι. Πρώτος όροφος δωμάτια, ισόγειο εστιατόριο. Ολόκληρα ταψιά από γεμιστά έπεσαν υπέρ πατρίδος σε εκείνο το εστιατόριο. Μεσημεριανή σιέστα και μετά βουρ ξανά κάτω στη θάλασσα.  Η μάνα να φωνάζει «μην πάτε στα βαθιά», εμείς ένα αλαλούμ… Πόσα παιδάκια ακόμη στα ρηχά με μάνες που φώναζαν «τα μπρατσάκια σου».

Ο μπαμπάς κάθε Σαββατοκύριακο θαλασσόλυκος, να βάζει στοίχημα με τον εαυτό του ποιο βραχάκι θα φτάσει.  Ήρωας. Η μάνα, μικρό κορίτσι, να τον φωνάζει να γυρίζει πίσω.  Εκείνα τα καλοκαίρια, μια φωνή και μια αγκαλιά η μάνα, ένα μακροβούτι ο πατέρας, γεύση από γεμιστά και χωνάκι παγωτό, αλμύρα και ιώδιο,  ξεθωριασμένες φωτο με άγνωστα κοριτσάκια στο κάδρο… Η πεσμένη μου τιράντα σήμα κατατεθέν. Τα αδέλφια μου πιο αθώα από ποτέ. Η καπελαδούρα της μαμάς must της εποχής. 

Αχ, καλοκαιράκι μου… 


υ.γ. ύστερα από διάφορα μηνύματα που έλαβα, να ξεκαθαρίσω ότι εγώ φοράω το λευκό μαγιώ, γιαυτό "δεν μοιάζω πια" με το κοριτσάκι που αγκαλιάζει η μαμά μου ;)