Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Ο μπαμπάς μου

Έχω ξαναγράψει για τον μπαμπά μου σε αυτό το blog.  Του έχω ευχηθεί «Χρόνια Πολλά», τον έχω τοποθετήσει σε μικρές ιστορίες, έχω αναρτήσει φωτογραφίες του.  Τον μπαμπά μου τον έχασα(;) 7 χρόνια πριν.  Μια βδομάδα νωρίτερα έκλεισαν αυτά τα χρόνια.  Μια βουβή επέτειος, ένα κερί με καθυστέρηση μίας ημέρας, αμέτρητα τραγούδια μετά, από εκείνα που αγαπούσε, αυτά που μου έμαθε να αγαπώ… Κι αν τον έχω αναφέρει ανώνυμα εδώ, αν του έχω αφιερώσει κείμενα, τραγούδια και ζωγραφιές, δεν έκατσα ποτέ να γράψω γι’ αυτόν, από φόβο μην του φτιάξω μία αγιογραφία που δεν θα αντιστοιχούσε στον πραγματικό του εαυτό, από φόβο μην ενοχλήσω τους υπόλοιπους –γιατί είμαστε πολλοί– σε αυτή την οικογένεια.  Δεν τον έχασα μόνη μου, δεν ήμουν καν εκεί.  Ένα αεροπλάνο δρόμο μακριά έφυγε ο μπαμπάς μου, μια πτήση που εύχομαι να μην την ζήσει κανείς.  Γιατί λοιπόν τώρα να γράψω για αυτόν;  Και τι να πω;  Πόσα να θυμηθώ…. 

Ήρθε και με βρήκε μόνος του ακούγοντας Aznavour.  Μέσα από την μουσική ξαφνικά τον ένιωσα δίπλα μου να μου λέει με παράπονο πως δεν προλάβαμε μία συναυλία του. Περίεργος άνθρωπος ο μπαμπάς μου, από την μια λάτρευε τον Aznavour και τον Montand και από την άλλη τους ρεμπέτες. Θεωρούσε τον Aznavour μετρ στη σκηνή, μόνο ο Montand μπορούσε να τον ανταγωνιστεί, αχ, και πόσο του άρεσαν τα μάτια της Simone Signoret. «Τι όμορφο ζευγάρι» μου έλεγε… Που να του πεις για το ειδύλλιο MontandMonroe.  Άνοιγε το βλέμμα του όταν άκουγε τα τραγούδια τους, χαμογελούσε σαν παιδί. Ίσως επειδή του θύμιζαν εκείνα τα χρόνια της εφηβείας του.  Δεν ξέρω, δεν τον ρώτησα ποτέ αλλά πιστεύω ότι τους ρεμπέτες τους έμαθε και τους αγάπησε πολύ αργότερα. Σίγουρα μαγεύτηκε από τον Μάρκο και την Φραγκοσυριανή του, όπως και από πολλούς άλλους. «Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής, για σένανε είναι γραμμένο από το κλάμα κάποιας ψυχής».  Με την ίδια λαχτάρα άκουγε τον παλιό του γείτονα τον Νίκο Δημητράτο –που έφυγε πρόσφατα– στο «Μάνα μου Ελλάς» από το Ρεμπέτικο του Φέρρη.  Πόσες φορές να είχε ακούσει ή δει το Ρεμπέτικο...  Ο Καλογερόπουλος του άρεσε από τον «Μπε» ακόμα, η Λεονάρδου και η Μπαζάκα ήταν «ιδανικές Σμυρνιές», ο Φέρρης μάστορας.  Φαντάσου ότι δεν είχε καμιά σχέση με την Μικρασία και την προσφυγιά πέρα από αυτήν που έβλεπαν τα μάτια του. Κυκλαδίτης, γεννημένος στην Αθήνα από Ανδριώτες γονείς, Βυρωνιώτης ως το τέλος της ζωής του, γεννήθηκε και κοιμήθηκε στο ίδιο σπίτι,  μεγαλωμένος τα δύσκολα χρόνια στην Άνδρο.  Και όταν μιλούσε για ελληνική μουσική σου έλεγε «εμείς τότε χωριζόμασταν σε Μπιθικωτσικούς και Καζαντζιδικούς, εγώ ανήκα στους πρώτους», έτσι απλά, «Ένα όμορφο αμάξι με δυό άλογα να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω»  (τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν ήρθε ούτε αμάξι ούτε άλογα αλλά εκατοντάδες κόσμου, όλοι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους κι όλοι να μου λένε πόσο ξεχωριστός ήσουν.)  Το μυαλό μου πάει πάλι σε κείνον χωρίς σκέψη όποτε ακούω την Μοσχολιού, ειδικά στα τραγούδια του Σπανού, εκείνη την κασέτα την είχε λιώσει στο αυτοκίνητο μπρος πίσω.  Ένα βράδυ βλέπαμε τη «Λόλα» και ξαφνικά σε ένα παράθυρο, η παρθενική εμφάνιση της Μοσχολιού με Ξαρχάκο: «Του ήλιου σβήστηκε το φως, εχάθη το φεγγάρι και πάει το παλληκάρι, καημός και πόθος μου κρυφός».  Μου είπε τότε «ίδια η μάνα σου είν΄ εδώ» και χαμογέλασε. Η μεγάλη του συμπάθεια, η Μοσχολιού, η μεγάλη του αγάπη και αδυναμία, η μάνα μου. Πόσα ακόμη να θυμηθώ; Αγαπούσε τον κινηματογράφο χωρίς όρια στις επιλογές του. Την ίδια αγάπη είχε για τις ταινίες του Βούλγαρη (αχ πόσο κρίμα να μην προλάβεις την Μικρά Αγγλία), του Αγγελόπουλου και του Truffaut, με αυτές του Jacques Tati, του Louis de Funès, του Βέγγου «καλεεεέ μου άνθρωπε ξέρεις από βέσπα;». Στην ίδια ζυγαριά τα 400 χτυπήματα με τον Χωροφύλακα του Σεν-Τροπέ, ο Θίασος με τον Πράκτορα Θου-Βου. Είχε ξεχωρίσει ηθοποιούς-ινδάλματα και μιλούσε για αυτούς, Gabin, Piccoli, Deneuve, Mastrogianni, Βεάκης, Παξινού, Κατερίνα Ανδρεάδη, Κατράκης. Πρώτη φορά με πήρε μαζί του σε αίθουσα να δω τον Βενιζέλο του Βούλγαρη, και την αδελφή μου 5 χρονών στο Ταξίδι στα Κύθηρα. Το θυμόμαστε και γελάμε. Όσο το σκέφτομαι τόσο επιβεβαιώνω ότι του άρεσε η Ευρώπη και η κουλτούρα της, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί, οι Σκανδιναβοί, δεν θυμάμαι πέρα από μία-δύο αγαπημένες του αμερικανικές ταινίες ή μελωδίες.   

Προσπαθούσε άδικα να με μάθει να σφυρίζω. Γελάω, πόσο χαζή θα φαινόμουν. Περνούσε ο αέρας χωρίς να βγαίνει ήχος κι εγώ Καραγκιόζης.  Κι ο Καραγκιόζης του άρεσε, με έσερνε παιδάκι σε κάτι Καραγκιόζ Μπερντέ στο Φάληρο Κυριακές απογεύματα κι εγώ αναρωτιόμουν τι κάνω εκεί.  Το ωραίο με τον μπαμπά μου είναι ότι αν μιλήσεις με 5 ανθρώπους ο καθένας πέρα από 3-4 κοινά χαρακτηριστικά του θα σου πει διαφορετικά δικά του γνωρίσματα κι ιστορίες.  Ακόμη κι εγώ με την αδελφή μου που τον ζήσαμε η καθεμιά περισσότερο σε άλλες εποχές της ζωής του μάλλον έχουμε διαφορετικές εντυπώσεις κι εικόνες.    

Θέλω να τον θυμάμαι με μια μπάλα στο χέρι σε Κυριακάτικες βόλτες στην εξοχή,  εγώ και δύο αγόρια να παίζουμε μαζί του. Εκείνος Παναθηναϊκός μια ζωή και Αθηναϊκός στα τελευταία. Μικρή με είχε στους ώμους του μέσα στη Λεωφόρο. Τσακωνόμασταν, πως του ξέφυγα εγώ κι έγινα «χανούμι»; Τσακωνόμασταν κι όταν έχανε στο τάβλι, έλεγε της μάνας μου «η κόρη σου παίζει με την τύχη της κι όχι με το μυαλό της» και το ’κλεινε λέγοντας πως δεν θα ξαναπαίξει μαζί μου ποτέ. Μετά αρρώστησε, μετά βίας άντεχε στα 3 παιχνίδια. Στο τέλος το άφησε κι αυτό. Στον πρώτο μου έλεγχο τριμήνου στο Γυμνάσιο υπήρχε μια παραφωνία, ένα 9αρι στην Μουσική ανάμεσα στα 18αρια. Ήρθε κι έπιασε την μουσικού: «Το παιδί είναι φάλτσο, δεν μπορείτε να το ρίχνετε από τη βάση γι’ αυτό το λόγο, να το εξετάζετε στην θεωρία». Το παιδί (εγώ) έμαθε απέξω τα πάντα για όλους τους μεγάλους κλασσικούς και δεν μπήκε ποτέ στην σχολική χορωδία, ούτε ξανασηκώθηκε στον πίνακα να τραγουδήσει για 3 χρόνια. Η μία και μοναδική φορά που ζήτησε κάτι από καθηγητή μου κι όχι για τον βαθμό αλλά για την ψυχολογία μου στον πίνακα (αχ βρε ντάντυ). Καμάρωνε για τους βαθμούς μου στην Ιστορία κι ας πίστευε ότι μαθαίνουμε λιγότερα και από τα μισά. Προσπαθούσε να γεμίσει ο ίδιος τα κενά όπως γέμιζε τις βιβλιοθήκες με ιστορικά βιβλία. Την λάτρευε την Ιστορία, δεν ξεχνούσε το παραμικρό. «Άμα ξεχάσουμε το χθες δεν θα έχουμε αύριο» έλεγε και ακόμη τον πιστεύω. Αγαπούσε και τους αριθμούς, στο μυαλό του μπορούσε να σου κάνει όποιες πράξεις ήθελες σε δευτερόλεπτα. Δεν μπορούσε να χωνέψει την απέχθεια μου σε αριθμητική και μαθηματικά σε όλα τα σχολικά μου χρόνια. Ευτυχώς η αγάπη μου στα βιβλία αντιστάθμιζε στα μάτια του αυτό το κακό. 

Θέλω να τον θυμάμαι σε μια σχολική εκδρομή γυρνώντας από τα Καλάβρυτα, σταματημένο το πούλμαν για ώρα, να διψώ, και να ψάχνει μέσα στη νύχτα βενζινάδικο για να γεμίσει το παγούρι μου με νερό. Αυτός ο ίδιος άνθρωπος στην τελευταία μας βόλτα στον Όλυμπο κρατιόταν απ’ το χέρι μου για 200 μέτρα, τόσα άντεξε, και ακόμη κάθε χρόνο κάνω την ίδια διαδρομή για κείνον. (Η τελευταία μας εκδρομή μπαμπά).  Είμαι τυχερή που τον γνώρισα και τον θυμάμαι δυνατό, πολύ πριν η αρρώστια τον ρίξει κάτω. Που έχω τόσες ιστορίες να διηγηθώ. Τον θυμάμαι να μας αγαπάει τόσο πολύ που πονάει η καρδιά μου για τα Όχι που του έχω πει. Δεν είναι μνημόσυνο αυτό, δεν είναι ούτε αγιογραφία, καταγραφή αναμνήσεων και σκέψεων είναι.  Νιώθω ότι του το οφείλω.  Πως τον θυμάμαι εγώ, ποιος ήταν για μένα. Όχι ότι τον αγάπησα περισσότερο από τα αδέλφια μου, τουναντίον, πάντα νιώθω ότι δεν τον αγάπησα αρκετά, ότι μπορούσα και άλλο. 

Επτά χρόνια μετά σκέφτομαι πως το μόνο που αφήνω εγώ πίσω μου είναι οι εικόνες και τα κείμενα μου. Εκεί μέσα πρέπει να βρίσκεται κι αυτός, δεν θέλω να τον κρατήσω μόνο για μένα.  Να έρχομαι αραιά και που σε αυτό το blog και να διηγούμαι τις ιστορίες του. Όπως για κείνο το βράδυ στο Ηρώδειο που μαγεύτηκε από τον Nureyev και την Fonteyn, μια ιστορία για την επόμενη φορά.

 
  

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Μικρά Αγγλία

Μικρά Αγγλία.  Η μεγάλη έκπληξη λίγο πριν φύγει το '13. 

Ο Βούλγαρης είναι μελωδός.  Οι εικόνες του είναι μια μουσική απ' τον παράδεισο στον λόγο της Καρυστιάνη. Δημιουργεί με μεράκι, σεβασμό και υπομονή.  Αργά αργά, σαν καΐκι που περικυκλώνει το νησί. Σαν κεντήστρα που φτιάχνει δαντέλες να κρύβουν τα βλέμματα των κοριτσιών σε καπετανέϊκα σαλόνια.  Τα κοντινά πλάνα του αιχμαλωτίζουν το αχ σε μια κίνηση του κορμιού, σε μια αγκαλιά.   

"Ρέει το μπλε κι εμείς μαζί του, μαζί τους στο κύμα". 

Η Καρυστιάνη ακουμπάει στο χαρτί μνήμες που δεν έχουν προλάβει να αποκρυπτογραφηθούν.  Λόγια ανείπωτα μέσα στον χρόνο.  Βάζει τις αδελφές να θυσιαστούν στο βωμό του ανεκπλήρωτου έρωτα.  Να ομολογήσουν πόνους και πόθους κρυφούς. Και γύρω από αυτές ο Χορός, ένα μάτσο Πηνελόπες, υφάντρες του αργαλειού.  Κορυφαία αυτών η μάνα.  Η Καρυστιάνη την αγαπά, την ντύνει με ανεξίτηλα χρώματα αρχαίας τραγωδού.  Της γράφει λόγια που μετράς τις συλλαβές.  Κοφτά, σκληρά σαν κι εκείνη.  Ο Βούλγαρης στο πρόσωπό της δείχνει ολόκληρο το νησί, γένους θηλυκού κι αυτό, αμπόλιαστο για χρόνια. 

Η Άνδρος μεταμορφώνεται στη σκηνή που θα παιχτεί το δράμα. Κάθε αυλαία κι ένα μαγικό τοπίο. Πουθενά αλλού η Όρσα, η Μόσχα, ο Σπύρος δεν θα γίνονταν μέρος του παραμυθιού. 

Η μουσική της Πολέμη πιστή σε μια ολόκληρη εποχή, γεφυρώνει σιωπές με άγρια κύματα και θρήνους. Τις ώρες της χαράς θέλεις να σηκωθείς να χορέψεις το μπάλο και το βαλς. Επάνω της ξεδιπλώνονται τα "θέλω" των πρωταγωνιστών.  

Τα νιάτα, ο βαθύς έρωτας, το νησί, τα γηρατειά, η μυρωδιά του γιασεμιού, το φιλί στο στόμα.  Με αυτές τις εικόνες θα ευχηθώ "στο καλό" στο χρόνο που φεύγει. Τέτοιες εικόνες προσμένω να ξαναδώ τον χρόνο που έρχεται.



Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Ας ειναι το "Τελευταίο Ψέμα"...

Έχω πει και θα το ξαναπώ πως η αμεσότητα του διαδικτύου υπάρχουν στιγμές που με τρομάζει. Όπως τώρα που δεν πρόλαβα να ακούσω τα νέα και ξαφνικά γέμισε το διαδίκτυο με RIP Μιχάλη Κακογιάννη. «Σε ηλικία 89 ετών απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς σήμερα ο Μιχάλης Κακογιάννης.» Μόλις δυό μέρες μετά την Amy Winehouse. Αλλά η τέχνη δεν έμεινε φτωχότερη, και οι δύο ήταν απλόχερα γενναιόδωροι μαζί της.

Ο Κακογιάννης συντέλεσε στη γέννηση ενός μύθου και άφησε τα μάτια του θεατή να ταξιδέψουν σε μία Ελλάδα παρόμοια με την Ιταλία των Φελλίνι, Ροσελίνι και Βισκόντι. Μέσα από τα ασπρόμαυρα πλάνα του ξεπήδησαν φιγούρες λουσμένες από τον ήλιο της Μεσογείου,  που τις πλημμύριζε το πάθος, ο έρωτας, ο θυμός και το γέλιο.

Βάζει τον Κουήν να χορέψει στον «Ζορμπά» του και στέλνει το συρτάκι και το μπουζούκι στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, το αποθεώνει. Πριν ακόμη την «Στέλλα» μας συστήνει την Λαμπέτη σε ένα «Κυριακάτικο Ξύπνημα» και στην συνέχεια με ταινίες όπως «Το κορίτσι με τα μαύρα» και «Το τελευταίο ψέμα» μας αναγκάζει γλυκά να αγαπήσουμε τα σκοτεινά μελαγχολικά της μάτια. Κάποιος σινε-ιστορικός ίσως θα αναρωτηθεί τώρα με την ευκαιρία των πάμπολλων αφιερωμάτων που θα ακολουθήσουν, τελικά ποια ήταν η Άννα Μανιάνι του Κακογιάννη, η Μελίνα ή η Έλλη; Για μένα η Ειρήνη Παπά, η φίλη που έχει μείνει πίσω για να τον συνοδεύσει στον τελευταίο τους περίπατο. Η «Ηλέκτρα» του, η χήρα στον «Ζορμπά», η Ελένη στις «Τρωάδες», η Κλυταιμνήστρα στην «Ιφιγένεια».

Και μέσα σε όλα αυτά πάντα υπάρχει και ο απαραίτητος χώρος για την Κύπρο του. «Αττίλας ‘74» η πιο δυνατή (δια)μαρτυρία για το τι συνέβη σε αυτό το νησί. Ο κινηματογραφιστής, ο ονειροπόλος, ο καλλιτέχνης Κακογιάννης ακουμπά την ψυχή του σε ένα ντοκιμαντέρ για την γενέτειρα του και μας κάνει πάλι να δακρύσουμε.

Όλα αυτά τα χρόνια πρόσθεσε τα δικά του μαργαριτάρια σ'ένα ακριβό περιδέραιο που μας άφησαν κληρονομιά οι πιο παλιοί σε αυτόν τον τόπο. Μα δεν σταμάτησε σε αυτό, πρόσφερε στον πολιτισμό μέχρι το τέλος με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, που θα μείνει πίσω του μαζί με τις ταινίες  σαν μία Κιβωτός στα σκοτεινά χρόνια που ζούμε.

Σας ευχαριστούμε κύριε Κακογιάννη.
Καλό σας ταξίδι και χαιρετίσματα στα μάτια που μας σκέπαζαν εκείνες τις γλυκιές νύχτες στα θερινά σινεμά.



Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ποίηση στον δρόμο


O Robert Montgomery είναι ένας ποιητής του δρόμου. Ζει κι εργαζεται στο Λονδίνο όπου οι δρόμοι μεταμορφώνονται στο χαρτί που θα τρέξουν οι στίχοι του. Τα ποιήματά του θα τα βρείτε σε μεγάλα billboards και σε τεράστιες κατασκευές neon.

Μήπως σ' αυτή τη χώρα που γέννησε την ποίηση το κράτος να παρότρυνε και τους δικούς μας ποιητές να χρησιμοποιήσουν περισσότερα και νέα μέσα;

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

'Manhattan: 4.33pm'


Director: Lizzie Oxby
"A daydream to remind me of the joy of the New York skyline. "Daydreams" is one of my ongoing projects incorporating a series of observational thoughts. Manhattan 4.33pm is the latest short film made with three photographic stills which I brought to life (35 secs)."

'Manhattan: 4.33pm' has been selected as a finalist in Raindance’s Welcome to the Extraordinary competition.

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Αναμνήσεις μιας Αθηναίας που δεν ζει πια εδώ

Υπότιτλος: «Athens | The little great city»

Αθήνα, η πόλη που αγαπώ, που έκανα τα πρώτα μου βήματα, που λιάστηκα στα πάρκα της παιδί, που γλίστρησα νύχτα στα πλακόστρωτα της βγαίνοντας από ένα μπαρ.

Αθήνα, το πρώτο ραντεβού στο Άλσος Παγκρατίου, μία κοπάνα στο Κολωνάκι, μία άλλη στο λόφο του Αρδηττού, τσιρίδες και χέρια σφιχτά πιασμένα στο Μοντανά του Ροντέο, φραπέ στο Λέντζο, στον Κίτρινο Σκίουρο, στη Φωκίωνος Νέγρη, μίνι και ψηλή βάτα στην Αυτοκίνηση, κοκτέιλ στο Βο, έξτρα θερμίδες στην Μπιφτεκούπολη, σφηνάκια στον Κούκο, λαθραναγνώστης στην Εστία, τρέξιμο με τα ντοσιέ υπό μάλης στην Ιπποκράτους. Πιάτσες ταξί, βιτρίνες εμπορικών, παιδί στα πόδια του Αϊ Βασίλη στο Μινιόν, Σύνταγμα και πολιτικοί αρχηγοί στα μπαλκόνια, ουρές κόσμου μεσημέρι στην Ακαδημίας, χιονοπόλεμος στον Καρέα, κρυφτό στις πλατείες του Βύρωνα, σουβλάκια στο Μοναστηράκι, ένα ταγκό καταμεσής στην Πατησίων, πατίνια στο Καλλιμάρμαρο, κουβεντούλες στο καφενείο του Κήπου, φιλιά κάτω από μία πέργολα στο Ζάππειο.

Αθήνα, μπερδεμένες μυρωδιές μπαχαρικών στην Ευριπίδου, ήχοι από μπακίρια και εμαγιέ στην Αγ. Δημητρίου, τσάντες γεμάτες με χειροποίητες μπαλαρίνες στην Αγ.Θέκλας, μεζέδες στο Ζείδωρον, στην Δεξαμενή, στην Πράσινη Τέντα, στην Αβησσυνίας. Βραδιές γκουρμέ στην Βιτρίνα, στο Aubrevoir, στη Ράτκα, στο Blue Pine, στο Πάρκο, στη Χύτρα. Τεκίλα στο Green Door και στο Wild Rose, κρίκετ στο Red Lion και στο Ploughman, ουίσκι στην μπάρα του Remezzo, τότε, στην Χάριτος. Σούπα στην Βαρβάκειο.

Πολύχρωμο σεργιάνι στην Ομόνοια, χάζι στους πάγκους με τα μπιχλιμπίδια στο Μοναστηράκι, φεστιβαλικές βραδιές στο Γκάζι. Συναυλίες στο Λυκαβηττό και στο ΟΑΚΑ, beach parties στην Βουλιαγμένη, αυτοκινητάδες στην παραλιακή, κρυφά ραντεβού σε pub της Κυψέλης και στην Άκρη, χαβαλές στην Ζησιμοπούλου. Νύχτες με πανσέληνο, στην Αρκαδία, στο Παλάς, στη Ρέα, στη Δεξαμενή, στο Σινέ Παρί, στη Ριβιέρα, στο Βοξ.

Αθήνα, η πόλη που αγαπώ και δεν περιορίζεται στα όρια του δήμου της. Την δημιουργούν ψηφίδα – ψηφίδα τα πρόσωπα των ανθρώπων που την διαβαίνουν, τα εμπορικά της μικρά και μεγάλα (που δυστυχώς μέρα με την μέρα κλείνουν), οι μπάρες της, τα πάρκα της (που λιγοστεύουν), η κίτρινη φυλή, το πολύπαθο Μετσόβιο, οι πλατείες της που ασφυκτιούν από το τσιμέντο, ο γαλανός της ουρανός και το πιο όμορφο φως στον κόσμο. 

Athens I The Little Great City
by Emmanouil Papadopoulos
Μusic Gustavo Santaolalla - Pajaros: My Blueberry Nights OST


Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Θεσσαλονίκη Έρως Άστυ



Addio Città
Η Θεσσαλονίκη του Εμμανουήλ Παπαδόπουλου

στρωμένη με το μουσικό χαλί των Calexico, Departure In F Minor

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

I Think Of You


Franks Sinatra beautiful rendition of, I Think Of You.
With a Gordon Jenkins arrangement from the album (Where Are You),
original music: Piano Concerto No. 2 In C Minor Op. 18 - I. Moderato (Sergei Rachmaninov),
set to a photo gallery of the stunning Ava Gardner.


Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

50 χρόνια Φεστιβάλ

Περπατώ στην Τσιμισκή και μ’ ακολουθεί ένα βουητό μέσα στη λιακάδα. Μία πλημύρα ήχων που θυμίζουν «καλημέρα», «τι κάνεις;», «κατέβηκες Αποθήκη;», «Ολύμπιον στις επτά» σε διάφορες γλώσσες. Οι πιο όμορφες μέρες της πόλης είναι οι μέρες του Φεστιβάλ με τρελή λιακάδα. Ανάγνωση εφημερίδας στο Nτορέ, εσπρεσάκι στην παραλία, κάτι κρύο στο χέρι στο καφέ της Αποθήκης. Η Θεσσαλονίκη είναι η παλιά παραλία της και το λιμάνι της, αυτά την ξεχωρίζουν από οποιαδήποτε άλλη πόλη των Βαλκανίων. Εκεί στο λιμάνι της έχει στηθεί η μεγαλύτερη γιορτή του κινηματογράφου, εκεί θα απολαύσεις υπέροχες ταινίες μαζί με τους δημιουργούς τους, εκεί θα παρακολουθήσεις τα περισσότερα μάστερ κλας, εκεί θα χαζέψεις το ηλιοβασίλεμα αυτής της πόλης που είναι μαγικό. Μα το ωραίο με το Φεστιβάλ είναι ότι για μία εβδομάδα όλο το κέντρο αποκτά ζωή, μία ακόμη ζωή πέρα από των ντόπιων, των φοιτητών και των περαστικών που πάντα το περπατούν… Θα στήσεις αυτί και θα στοιχηματίζεις την εθνικότητα της παρέας στο δίπλα τραπέζι, αρκετές φορές θα εκπλαγείς ευχάριστα από την πολυχρωμία τους, τέσσερις πέντε άνθρωποι από ισάριθμους έτερους πολιτισμούς, που τους κουβαλούν στην τέχνη τους. Θυμάμαι κάποιες μέρες του φεστιβάλ με βροχή, δεν ήταν τόσο όμορφες όσο η σημερινή, η χθεσινή, η προχθεσινή.
Πάρε το αεροπλάνο κι έλα να με βρεις, κάπου την παραλία πίσω από τα μαύρα μου γυαλιά, θα διαβάζω εφημερίδα και θα παρακολουθώ το πολύχρωμο σεργιάνι, Ντορέ – Ολύμπιον – Αποθήκη…


Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Tι απέγινε ο Πρίγκηπας του παραμυθιού;

Ποιος σκότωσε τον Πρίγκηπα* του παραμυθιού; (*ναι ακόμη με Η). Εκείνον που περίμενα να ’ρθει να με φιλήσει, να με ξυπνήσει από τον λήθαργο… από το ατελείωτο shopping therapy και τις νύχτες μαραθώνιων επεισοδίων της αγαπημένης μου σειράς;
Μπορούσε να με κάνει να διώχνω τα σύννεφα, να γεύομαι σπανακόριζο και haute cuisine με την ίδια χαρά, να με κάνει να σπιντάρω στην παραλιακή κι ας μην ξέρω να οδηγώ.
Όλα αυτά βέβαια σε κείνο το ροζ συννεφάκι που άρχισε να φουσκώνει πάνω από το κεφαλάκι μου χτενίζοντας τις κούκλες μου χιλιάδες χρόνια πριν …
Κι ύστερα ήρθε η ζωή – κατά το Ήρθαν οι μέλισσες – όπως και ο Ξανθούλης, τα παραμύθια έκλεισαν και σκονίστηκαν, οι κούκλες έμειναν αχτένιστες. Κι ο Πρίγκηπας τι απέγινε;