Σελίδες

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Κλειδαρότρυπα

Ακουμπήσαμε την θλίψη μας στο facebook δημόσια σε ξένα walls χωρίς αιδώ, χωρίς δεύτερη σκέψη προς βορά αδαών, περιέργων, αγνώστων. Όχι σε private messages αλλά εκεί που μπορούν όλοι να περάσουν και να συγκρίνουν τον πόνο μας με του αλλουνού.  Σε ποια βαθμίδα είναι; Λόγια, τόσα λόγια που θα χόρταιναν για πάντα πεινασμένο παιδάκι  αν ήταν ψωμί, που θα ξεδίψαγαν ένα χωριό αν ήταν νερό. Πόσοι χαρακτήρες χωρούν στο κουτάκι μπαμπά; Πόσα ερωτηματικά, πόσα θαυμαστικά; Πόσα like συγκέντρωσα εχθές; Πόσα friend requests μετά από αυτό; Κάποιος γελάει, αυτός ο ίδιος που χρησιμοποιούσε το μέσο για το καλαμπούρι, που κορόιδευε την σοβαρότητα του και επισήμαινε τον big brotherισμό του. Που ζητούσε πιο απλά μέσα, πιο προσωπικά, για να εκφράσει τα δικά του αισθήματα, που γιουχάιζε την συμπεριφορά μας με comments και inbox. Που αν και τεχνοκράτης δεν ζεσταινόταν από την φλόγα των ηλεκτρονικών κεριών και επιδίωκε την αληθινή… Απλώσαμε τις αλήθειες μας στο facebook σαν μπουγάδα στην αυλή της διπλανής. Χωρίς γρίφους, χωρίς συγκάλυψη… Όλα απλωμένα στο ίδιο σκοινί, πιασμένα με κόμματα, θαυμαστικά και πάμπολλα ερωτηματικά.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

Αντίο φίλε μου

Δεν πρόλαβα. Αυτά που λογάριαζα για σίγουρα φαντάζουν ψέμα. Όλα όσα έκλεινα στις χούφτες μου να τα μοιράσω εάν πονούσες τα άδειασα στην άκρη του δρόμου επιστρέφοντας από το ταξίδι αυτό.  Είναι ένα ψέμα. Δεν υπάρχεις πια εδώ.  

Όλοι περιμένουν ότι κάτι θα γράψω, κάτι θα πω.   Αλλά εγώ δεν έχω πια λέξεις. Γίναν κηλίδες στο καλό μου πράσινο φουστάνι. Σ’ αυτό που φόρεσα την πιο χαρούμενη μέρα της ζωής σου.  Έχω μια άδεια αγκαλιά που φωνάζει μάταια «θέλω».  Έχω ένα μαύρο πανί που το φοράω στα μάτια γιατί με ενοχλούν οι εικόνες που δηλώνουν την απουσία σου.  «Θέλω», «πονάω», «πάει»…  Ποιες λέξεις θέλετε να σας πω; Δέκα χρόνια τις μάζευα και τις κράταγα σαν φυλαχτό στο προσκέφαλό μου. 

Φίλε μου. Αδελφέ μου.    

Την μέρα που έφυγε ο πατέρας μου ένιωσα πως μου έκοψαν βίαια τις ρίζες μου, πως ο άνεμος με έπαιρνε από εδώ κι από εκεί. Κι εσύ ήρθες ξημερώματα από μακριά,  άπλωσες τα χέρια σου να χαθώ μέσα, «κλάψε» μου είπες κι απλώθηκες από πάνω μου σαν φύλλωμα που με προστάτευε όλα αυτά τα χρόνια από τον ήλιο και την βροχή. Και τώρα πάλι είμαι κλαράκι. Και τώρα πάλι πιάνει μποφώρ. Κι όλα αλλάζουν, τίποτε δεν μένει ίδιο πια.  Άνοιξα τα χέρια μου και από μέσα σκόρπισαν οι δικές σου λέξεις. 

Τα χέρια μου είναι αδειανά όταν δεν αγαπούν.  Τα φυλακίζω σε τσέπες για να μην ζητούν. Και κάποιες νύχτες ρίχνω σκιές κάτω από το φως, δυο χέρια-πουλιά που πετούν μακριά, αποδημούν. 
 
Καληνύχτα φίλε μου, κάνε ταξίδι το τώρα σου για πάντα.


Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Καλοκαιρινές Εικόνες [6]

Βράδυ με ξεχασμένη πανσέληνο. Τακουνάκια στα πλακόστρωτα. Λευκά χάρτινα τραπεζομάντηλα, αναμμένα πολύχρωμα λαμπιόνια, το κλαρίνο παίζει κάτω απ΄ τα πλατάνια. Κάποιος σέρνει το χορό. Ποτήρια που τσουγκρίζουν «και του χρόνου».  Ξημερώνει Παναγιά. 
15.08.2011

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Καλοκαιρινές Εικόνες [5]



Μεσημέρι του Αυγούστου με δυνατό ήλιο, μυρωδιά από αντηλιακό και γεύση από αλάτι και καφέ.  Καθισμένη στο ψιλό χαλικάκι της  Πλατιάς Άμμου (πόσο οξύμωρο;) ταξιδεύοντας με την μουσική στο απέραντο γαλάζιο.