Σελίδες

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Η πυξίδα

Εκεί που γυρνάς δεν ξέρω αν είναι σπίτι ή φευγιό. Αν είναι ψέμα. Εσύ δεν υπάρχεις χωρίς εμένα. Εγώ; Μην είσαι ανόητος.

Κάθε φεγγάρι που μού ’στελνες για να σε βρω δανεικό ήταν, όχι δικό σου. Κάθε λουλούδι που στόλιζε το μαξιλάρι μου, κι αυτό. Βλέπω όνειρα που δεν έχουν ερμηνεία, που δεν κρατούν ως το πρωί και δεν έχουν συνέχεια. Αυτοτελή φανταστικά επεισόδια θα τα ονόμαζες αλλά δεν θα στα διηγιόμουν ποτέ.   

Οι λέξεις μπούκωσαν στο στόμα μου, θέλω να στις φτύσω κατάμουτρα μία μία. Κι όσες περισσέψουν να τις φτύσω σαν κουκούτσια στο χώμα να φυτρώσουν στον κήπο σου και να θροΐζουν στην πόρτα σου καθημερινά. Σε κάθε μπουρίνι να πετούν συλλαβές που θα σου λερώνουν τα πατώματα.  Σε κάθε νοτιά να μοσχοβολούν μοναξιά. Η μοναξιά ΔΕΝ είναι από χώμα όπως έγραφε εκείνο το βιβλίο πριν χρόνια. Ο άνθρωπος είναι από χώμα και σωριάζεται. Η μοναξιά είναι υγρή και σου πονάει τα κόκκαλα. 

Πες μου λοιπόν, που γυρνάς;  Από πού ξεκίνησες και πού πηγαίνεις;  Δεν είμαι η πυξίδα σου πια εγώ. Τελείωσα. Αποσυντονίστηκα.  Forget me.