Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Strolling around Anafiotika (pics)

𝗔𝗻𝗮𝗳𝗶𝗼𝘁𝗶𝗸𝗮 is a tiny cycladic island that lies in the Acropolis hilll. In nowadays only 45 cubic small houses remain to remind you the origin of their first inhabitants, carpenters and stone workers from Anafi island who came here in the middle of 19th century. This picturesque neighborhood is located in Plaka, the oldest area of Athens, and provides to visitors not only the illusion of strolling in an Aegean island but also the tranquility in the heart of a very busy city and an amazing view of Athens.
Many people even Athenians use to call Anafiotika a larger area of Plaka, truth is that this "village" starts where the classic urban neighborhood ends.
#iloveathens




















Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Τη μέρα που πέθανε ο Bowie



Τη μέρα που πέθανε ο Bowie ο κεντρικός δρόμος στη γειτονιά μου στολίστηκε με μαύρες κορδέλες. Κάποιοι απόρησαν,  μετά μάθαμε ότι ήταν φόρος τιμής στη Συνοδινού που περνούσε για την τελευταία της κατοικία.  Αυτοκίνητα, επίσημοι, είπα να πάρω την άλλη κατεύθυνση και κατέβηκα προς το Ζάππειο.  
Ανοιξιάτικη μέρα, μαγιάτικη.  Με τα μακώ οι τουρίστες, με ένα παλτό στο χέρι εγώ.  Μπήκα στους κήπους του και χάζευα, πόσο μου αρέσει να περπατάω μόνη. Χιλιόμετρα.  Αδειάζει το μυαλό, γεμίζει με νέες σκέψεις. Μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Πως κάθεται, τι τρώει,  τι λέει.  Μεγάλες ηλικίες, μιλούν για τον Κυριάκο, τις συντάξεις, τα πολιτικά.  Κανείς δεν ξέρει ότι ο Bowie πέθανε, ίσως να μην τον ξέρουν καν.  Ζωήρεψα το βήμα μου και πέρασα απέναντι, στάθηκα λίγα βήματα πίσω κι αγνάντεψα τη θέα μέσα από την Πύλη του Αδριανού.   
Χώθηκα στον αγαπημένο μου πεζόδρομο,  στάθηκα στα "δικά μου" παράθυρα και μετά έκατσα σε ένα πεζούλι για να κοιτώ στα μάτια τον Παρθενώνα.  Ο ουρανός καταγάλανος, το μάρμαρο ωχρό, σηκώθηκα σαν χόρτασε το βλέμμα μου κι ανηφόρησα στα Αναφιώτικα.  Αφήνοντας τα φωτογραφημένα σοκάκια βούτηξα σε άγνωστα στενά όπου ίσαμε που χώραγα κι όλο ανέβαινα.  Άνθρωπο δεν συνάντησα, μόνο γάτες, τόσες πολλές που σκέφτηκα ότι αυτές ζουν στα σπίτια, αφήνουν τις τηλεοράσεις να παίζουν δυνατά και ασπρίζουν τις αυλές.  Έφτασα στο τέρμα, από πάνω η Ακρόπολη από κάτω η Πλάκα και στη μέση εγώ φωτογράφιζα με τα μάτια μου κάθε γωνιά της πόλης.   
Ώρες μετά βρέθηκα στην Αιόλου. Άλλος κόσμος, άλλες φωνές. Έπεσα πάνω στον Γιώργο. "Ρε συ πέθανε ο Bowie,  το πιστεύεις; Προχτές ο άλλος, σήμερα αυτός,  τί γίνεται; Τόσο πολύ μεγαλώσαμε;"  Δεν μίλησα, δεν περίμενε έτσι κι αλλιώς απάντηση.  "Τί λέει εσύ; καλά; Τι θα κάνεις;".  "Θα κάτσω να πιω ένα κρασί, α ναι, και να γράψω για τη μέρα που πέθανε ο Bowie". 

Γιώργο τη μέρα που πέθανε ο Bowie η Αθήνα συνέχιζε τη ρουτίνα της κάθε Δευτέρας κι ήταν στα μάτια μου πιο όμορφη από ποτέ.  


 [Καληνύχτα Δούκα, σε ευχαριστώ για τη μουσική και την αστερόσκονη.]

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Τα καλοκαίρια μου



Τι θυμάμαι από τα παιδικά κι εφηβικά μου καλοκαίρια στην Αθήνα:

Το Rocket της ΕΒΓΑ και το Σικάγο της ΔΕΛΤΑ.
Μια φέτα γλυκό καρπούζι.
Τις φωτιές του Αϊ Γιαννιού, Σωκίων με Θειρών.
Τις ποδηλατάδες στη Ζωοδόχο Πηγή.
Τα πεντόβολα στα σκαλάκια της Λίλης.
Το λάστιχο.
Το (λιτό) σουβλάκι του Ζαχαρία στη Νέα Ελβετία.
Τις τηγανιτές πατάτες με τη φέτα.
Τα πετροκέρασα και τα ροδάκινα σε τελάρα από την Έδεσσα.
Το φρυγανισμένο ψωμί με λάδι και ρίγανη από τη γιαγιά μου.
Τις παραστάσεις συνοδεία με γρανίτα φράουλα στο Παρκ.
Τις πλατφόρμες της μαμάς μου.
Τις στάμπες της Μανίνας στα λευκά μου μακώ.
Το μπισκοτόγλυκο ή μωσαϊκό ή κορμός (κοπιάστε).
Την συμπυκνωμένη βυσσινάδα της ΗΒΗ.
Την Αίγινα να φαίνεται από την ταράτσα του σπιτιού μου.
Το γαλάζιο μου μαγιώ.
Το ψάθινο καπελάκι μου.
Τα σαμπώ.
Τα συγκρουόμενα στο Λουνα Παρκ.
Τις μεσημεριανές σιέστες των γονιών μου, την μισόκλειστη πόρτα στην κρεβατοκάμαρά τους.
Τα αγόρια της γειτονιάς με μια μπάλα στα πόδια.
Τα σκισμένα γόνατα.
Κάποια Μουντιάλ.
Κάποια χτυποκάρδια.
Τα «παπάκια» να μαρσάρουν στο πάρκο.
Τα μπλεγμένα δάκτυλα στις ταινίες στην (παλιά) Αρκαδία.
Κάποια φιλιά.
Τη Βουλιαγμένη και το Λυκαβηττό.
(Κι άλλα φιλιά).
Το Ροντέο στην παραλιακή.
Το πρώτο μου φραπόγαλο στο Λέντζο.
Τις πρώτες μας μπύρες στη Δεξαμενή.
Τη Βερόνα.
Τα φλιπεράκια.
Τη Φατσέα και το Βυζάντιο (πλατείες χοτ σποτ της εποχής).
Το Άλσος Παγκρατίου.
Τον Κίτρινο Σκίουρο.
Την Μπατίντα ντε Κόκο.
Τα κρυμμένα μου τσιγάρα.
Την αθωότητα (που ξεθώριασε) στις φωτογραφίες εκείνης της εποχής.
Εμένα ως άλλη.
Γυμνασιοπαιδο ;)



Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Μετανάστευση



Η αφορμή ξεκινούσε από Α, όνομα φίλης που σαν Αποδημητικό πουλί κίνησε την Άνοιξη για την Δύση.  Κι ήταν τόσα ακόμη γράμματα πιο πριν που έφυγαν γι’ αλλού…
  
Η Ελλάδα αλλάζει, αδειάζει. Μια χούφτα άνθρωποι σε κάθε γειτονιά την έχουν κάνει. Και εμείς πάψαμε πλέον να ξαφνιαζόμαστε. Αυτό με φοβίζει πιο πολύ, ότι πάψαμε να το θεωρούμε περίεργο και να το συζητάμε. 

Στην αρχή δεν γύρισαν οι φοιτητές, άκουγα γνωστούς να μου λένε ότι δεν έχουν μέλλον στη χώρα που μεγάλωσαν και παρέμειναν στον τόπο των σπουδών τους για ένα πιο σίγουρο αύριο. Φίλες μου που μεγάλωσαν τα μοναχοπαίδια τους για να τους μιλάνε μέσω Skype, για να στέλνουν φασόλια, ρίγανη και φέτα από την πατρίδα με Courier Express. Ποιο ΄60; Δύο χιλιάδες δεκατρία, Ευρώπη, Μεσόγειος, Ελλάδα, το τρίτο γράμμα στο P.I.G. Αυτοί είμαστε.

Δεν ζούσα το ’60, όσοι γνώρισα όμως και έκαναν περιουσία ως μετανάστες τότε σε Γερμανία και Αμερική έφυγαν αμούστακοι, φτωχοί, λιανοί, οι πιο πολλοί χωρίς να προλάβουν να τελειώσουν ένα γυμνάσιο. Σήμερα οι περισσότεροι φεύγουν με Μaster και Phd, μίκρυνε ο τόπος και δεν τους χωράει, χάθηκαν οι θέσεις που σου ζητούσαν νωρίτερα μια περιουσία σε σπουδές για να τις αποκτήσεις και στα 30 ή στα 40 σου πρέπει να αναζητήσεις νέες ευκαιρίες σε νέες αγορές που δεν μιλούν τη μητρική σου γλώσσα. Και σκέψου να είσαι η ίδια μητέρα ή ακόμη και πατέρας και να τους τρέχεις εκεί που ξέρεις ότι το χέρι σου θα έχει να τους προσφέρει. Ή να τους αφήσεις πίσω σου μαζί με την έγνοια και την ανάγκη σου χωμένη ανάμεσα σε νούμερα από εμβάσματα. Κι άλλοι φίλοι που έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους για να εργαστούν εκεί που το κράτος είναι ακόμη αρωγός του ελεύθερου επαγγελματία.

Ήταν μεγάλη η λίστα των φίλων και των γνωστών που έφτιαξα απ’ την ώρα που ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο. Τουλάχιστον 20 από εσάς που θα το διαβάσετε θα καταλάβετε ότι σας έχω υπολογίσει μέσα σε αυτή κι είστε σκορπισμένοι σε όλη την υφήλιο. Άλλοι μόνοι κι άλλοι με οικογένειες, άλλοι πίσω από ένα γραφείο κι άλλοι πίσω από μια μηχανή, ένα τιμόνι, ένα δίσκο. Όλοι με ένα λογαριασμό στο Skype και σε social media, και με την ανάγκη να αγαπήσουν το νέο τους τόπο. 

Σήμερα όποια χώρα και να σκεφτώ θα σου πω κι ένα γνωστό μου όνομα που ζει πλέον εκεί, κι αυτό με τρομάζει. Εσένα όχι;  Δύο χιλιάδες δεκατρία, μην μπερδεύεσαι, σχεδόν ένας αιώνας μετά το πρώτο μεταναστευτικό κύμα. 

Κι εκτός αυτών υπάρχει και το νέο είδος μεταναστών, ο πιο επιεικής χαρακτηρισμός ίσως να είναι «εσωτερικοί μετανάστες» αλλά δεν είναι ούτε αυτό. Ξέρεις για ποιους μιλάω, τους γνωστούς σου που μαζί με τις οικογένειες τους άφησαν τα σπίτια τους,  για να φιλοξενηθούν επ’ αόριστον σε θείους, παππούδες, και λοιπούς συγγενείς, σε λίγα τετραγωνικά στοιβαγμένη η ζωή τους. Ή αυτοί που εγκατέλειψαν την εργένικη ζωή και επέστρεψαν στο παιδικό τους δωμάτιο.  

Έγραψα στο facebook το πρωί: «Δεν μπορείς να παραμένεις ατάραχος όταν εν έτει 2013 παρακολουθείς από τα σόσιαλ μήντια τους φίλους σου να μεταναστεύουν για ένα (καλύτερο) αύριο σε χώρες μακρινές ή σε άλλη ήπειρο... Δεν μπορείς να μην σκεφτείς πόσο λάθος την πήραμε εκείνη την στροφή κάποια χρόνια πριν. Δεν μπορείς να μην σκεφτείς ότι ΟΛΟΙ φταίξαμε σε αυτό.»  Συγκέντρωσε συμφωνίες και διαφωνίες, λογικό. Με προβλημάτισε ο φίλος μου (30+) που σχολίασε πως η δική του γενιά έχει το μικρότερο μερίδιο. Υπάρχει αναλογία μεριδίου ευθύνης ανά γενιά; Μήπως όλοι δεν βοηθήσαμε σε αυτό; Τα λαμόγια στην Ελλάδα μεγαλούργησαν γιατί δεν τα σταμάτησε καμία γενιά και βγήκαν από όλες τις γενιές.  Κι αυτοί που χτες κατεβήκαν με κατσαρόλες στο Σύνταγμα, σήμερα πετούν πάνω από ωκεανούς (ανα)ζητώντας αυτό το αύριο. 

Δεν θέλω τα όνειρα αυτού του τόπου να στοιβάζονται σε βαλίτσες, να ζητάνε βίζες, να μιλούν σε άλλη γλώσσα απ’ το πρώτο τους νανούρισμα.   Κι ύστερα πείτε με ρομαντική. Δεν είμαι, πικραμένη κι αγανακτισμένη είμαι, ως εδώ.