Σελίδες

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή


νήκω σ µία χώρα µικρή.  να πέτρινο κρωτήρι στ Μεσόγειο, πο δν χει λλο γαθ παρ τν γώνα το λαο, τ θάλασσα, κα τ φς το λιου. Εναι µικρς τόπος µας, λλ παράδοσή του εναι τεράστια κα τπράγµα πο τ χαρακτηρίζει εναι τι µς παραδόθηκε χωρς διακοπή.   λληνικ γλσσα δν παψε ποτ της ν µιλιέται. Δέχτηκε τς λλοιώσεις πο δέχεται καθετ ζωντανό, λλ δν παρουσιάζει κανένα χάσµα.
λλο χαρακτηριστικ ατς τς παράδοσης εναι γάπη της γι τν νθρωπιά, κανόνας της εναι δικαιοσύνη.  Στν ρχαία τραγωδία, τν ργανωµένη µ τόση κρίβεια, νθρωπος ποξεπερν τ µέτρο, πρέπει ν τιµωρηθε π τς ρινύες.  σο γι µένα συγκινοµαι παρατηρώντας πς συνείδηση τς δικαιοσύνης εχε τόσο πολ διαποτίσει τν λληνικ ψυχή, στε ν γίνει κανόνας τοφυσικοκόσµου.
Κα
νας π τος διδασκάλους µου, τν ρχν το περασµένου αώνα, γράφει: «… θ χαθοµε γιατί δικήσαµε …».  Ατς νθρωπος ταν γράµµατος. Εχε µάθει ν γράφει στ τριάντα πέντε χρόνια τς λικίας του.  λλ στν λλάδα τν µερν µας,  προφορικ παράδοση πηγαίνει µακρι στ περασµένα σο κα γραπτή. Τὸ ἴδιο κα ποίηση.
Ε
ναι γι µένα σηµαντικ τ γεγονς τι Σουηδία θέλησε ν τιµήσει κα τούτη τν ποίηση κα λη τν ποίηση γενικά, κόµη κα ταν ναβρύζει νάµεσα σ’να λα περιορισµένο.
Γιατί πιστεύω π
ς τοτος σύγχρονος κόσµος που ζοµε, τυρρανισµένος π τ φόβο κα τν νησυχία, τ χρειάζεται τν ποίηση.
ποίηση χει τς ρίζες της στν νθρώπινη νάσα – κα τί θγινόµασταν ν πνοή µας λιγόστευε;
Εναι µία πράξη µπιστοσύνης – κι νας Θες τ ξέρει ν τ δεινά µας δν τ χρωστµε στ στέρηση µπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τ
ν περασµένο χρόνο γύρω π τοτο τ τραπέζι, τν πολµεγάλη διαφορ νάµεσα στς νακαλύψεις τς σύγχρονης πιστήµης καστ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πς νάµεσα σ’ να ρχαο λληνικ δράµα κα να σηµερινό,  διαφορ εναι λίγη. Ναί, συµπεριφορ τοῦ ἀνθρώπου δ µοιάζει  νὰ ἔχει λλάξει βασικά. Κα πρέπει ν προσθέσω πς νιώθει πάντα τν νάγκη ν’ κούσει τούτη τν νθρώπινη φων ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση. Ατ φων πο κινδυνεύει ν σβήσει κάθε στιγµ πστέρηση γάπης κα λοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει πο ν’βρει καταφύγιο,   παρνηµένη, χει τ νστικτο ν πάει ν ριζώσει στος πι προσδόκητους τόπους. Γι’ ατ δν πάρχουν µεγάλα κα µικρ µέρη το κόσµου. Τ βασίλειό της εναι στς καρδις λων τν νθρώπων τς γς. χει τ χάρη ν’ ποφεύγει πάντα τ συνήθεια, ατ τ βιοµηχανία. Χρωστ τν εγνωµοσύνη µου στ Σουηδικ καδηµία πο νιωσε ατ τπράγµατα, πο νιωσε πς ο γλσσες, ο λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δν πρέπει ν καταντον φράχτες που πνίγεται παλµς τς νθρώπινης καρδις, πο γινε νας ρειος Πάγος κανός ν κρίνει µὲ ἀλήθεια πίσηµη τν δικη µοίρα τς ζως, γι ν θυµηθ τν Σέλλεϋ, τν µπνευστή, καθώς µς λένε, το λφρέδου Νοµπέλ, ατο το νθρώπου πο µπόρεσε ν ξαγοράσει τνναπόφευκτη βία µ τ µεγαλοσύνη τς καρδις του.
Σ’ α
τ τν κόσµο, πο λοένα στενεύει, καθένας µας χρειάζεται λους τούς λλους. Πρέπει ν’ ναζητήσουµε τν νθρωπο,  που κα νὰ  βρίσκεται.
ταν στ δρόµο τς Θήβας, Οδίπους συνάντησε τ Σφίγγα, κι ατ το θεσε τ ανιγµά της, πόκρισή του ταν: νθρωπος. Τούτη πλλέξη χάλασε τ τέρας. χουµε πολλ τέρατα ν καταστρέψουµε. ς συλλογιστοµε τν πόκριση το Οδίποδα.»
Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963