Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπλε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπλε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Ανδρος Allure!

Κάθε φορά που φτανω στην Άνδρο και χάνομαι μες στα στενά της, μια λέξη μου  τριγυριζει στο μυαλό, allure.  Αν μου ζητούσες να σου περιγράψω τη Χώρα αυτή είναι η λέξη που θα χρησιμοποιουσα, χωρίς μετάφραση, χωρίς τίποτε λιγότερο από αυτό που λέει. Μετά από την καθιερωμένη περιπλάνηση στα δαιδαλώδη σοκάκια της, κατέληξα και πάλι εδώ, πισω από το Ναύτη στ' αγαπημένο μου μαρμάρινο παγκάκι με θέα το Κάστρο. Μια τεράστια βουή, ένας αγέρας που σε σηκώνει, τα φωτα του Νημποριου στα αριστερά, ο ορίζοντας μαύρος στα δεξιά. Η πόλη πισω μου, πίνει ούζα και τρώει θαλασσινά δίπλα στο κύμα, γεύεται αμυγδαλωτα και λικερ ή μεζέδες με μπύρα κάτω από τον καινούργιο πλάτανο που σα να μεγαλωσε απο πέρυσι που τον φέρανε. Στην Άνδρο ο αέρας λειτουργεί σαν καλλιτεχνης, στο μισό νησί μαζί με την αλμύρα σκάβει την πέτρα, εδώ στη Χωρα παίζει βιολί μες στα στενά. Κυνηγάει το φεγγάρι που γεμίζει, το στέλνει πιο κάτω να φέγγει το προαύλιο του Άη Γιώργη που παίζουν τα παιδιά. Ερωτευμένοι κάτω από το βλέμμα του Ναύτη ανταλλάσουν φιλιά, μη δώσετε όρκους, θα τους σπάσετε.  Στην Άνδρο οι τραβηγμένες κουρτίνες σε αφήνουν να κλέψεις στιγμές από κρεμασμένους πίνακες που δεν μπορείς να μην αγαπήσεις, να ζηλεψεις σερβαντες με σερβιτσια που ήρθαν από μακριά. Οι μεγάλοι στο δρόμο σε χαιρετούν με το βλέμμα σα να σε αναγνωρίζουν δικό τους. Ίσως επειδή έχεις μάθει να περπατάς σωστά κόντρα στα μποφώρ χωρίς να σε παίρνουν πίσω. Γίνομαι ένα με αυτό τον τόπο όταν έρχομαι, κι ας λέει η αδελφή μου πως ειμαι δένδρο με ριζες μεγάλες που δεν μπορούν να το ρίξουν, αέρας είμαι ή θέλω να γίνω, απιαστος, να κυριευω ό,τι αγαπώ στο διάβα μου. Κάπου βαθιά στο dna μου εχει γραφτεί, δώρο απο τον πατέρα μου.

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Σωπαίνοντας

Σκυφτός μέσα στην ομίχλη κι η σιωπή φορτίο στους ώμους. 
Λες κι αν ουρλιάξει θα σχιστεί ο ουρανός. 
Λες κι αν ψιθυρίσει θα ξυπνήσει η θάλασσα μαζί του.


Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Η Ατζέντα




Θυμάμαι ως κοριτσάκι, την «κουτσομπόλα» στο χωλ του σπιτιού μας.  Εκείνες τις χαρακτηριστικές πολυθρόνες με το ένθετο τραπεζάκι για το τηλέφωνο που κούρνιαζες με τις ώρες και μιλούσες με τις φίλες σου. Κι ας έπεφταν βροχή οι μονάδες, ας έμπαιναν ξένοι στη γραμμή, ας μούδιαζες αφού δεν μπορούσες να πας το 3κιλο τηλέφωνο βόλτα.  Εκεί σε ένα συρταράκι υπήρχε πάντα η ατζέντα της μαμάς, το τηλεφωνικό της ευρετήριο δηλαδή, που ανάλογα με την εποχή και τη μόδα άλλαζε μορφή, πάντα γραμμένη με μολύβι και πάντα μπουχτισμένη στο «Κ», για να φτάσει στην σημερινή οικολογική που ακόμη έχει η μητέρα μου σε ένα άλλο συρτάρι πια.
Θυμάμαι λοιπόν κάτι βράδια που καθαρόγραφα τη νέα ατζέντα – εποχή χωρίς κινητά – πως με έβαζε να αλλάζω ονόματα και γράμματα σε νούμερα όταν κάποιος είχε φύγει και το τηλέφωνο του περνούσε πια σε κάποιον άλλον μέσα στο σπίτι, σε σύζυγο, σε κόρη, ήταν «κληρονομιά».   Θυμάμαι την διστακτικότητά της να σβήσει ένα τηλέφωνο που δεν αντιστοιχούσε σε κανέναν πια, νούμερα που ακόμη τα θυμάμαι ενώ ξεχνάω το δικό μου κινητό. Στο τέλος πάντα τα έσβηνε, η ζωή προχωρούσε μπροστά.
Πρέπει να έχουν περάσει 15 χρόνια τουλάχιστον από την εποχή που κρατούσα filofax και συνέχεια πρόσθετα σελίδες στην δική μου «ατζέντα».   Το filofax έγινε κινητό, μετά smartphone, iPhone, και η «ατζέντα» απλά «επαφές». Τα περισσότερα νούμερα είναι κινητά, προσωπικά τηλέφωνα, αυτά που στέλνεις ένα sms που ξέρεις ότι μόνο ο ιδιοκτήτης του θα το διαβάσει. 
Εχτές το βράδυ μετρούσα χαμένες επαφές, νούμερα χωρίς αντίκρισμα.  Κάποιες από αυτές αναγράφουν και ημέρα γενεθλίων με alarm. Τα κρατάω.  Ίσως να φταίει ότι έχω ξεπεράσει κατά πολύ την ηλικία της μητέρας μου όταν δίσταζε να σβήσει τηλέφωνα. 

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Ήθελα κάτι να γράψω




Σήμερα ήθελα κάτι να γράψω όπως και άλλες μέρες και μετά θυμήθηκα εσένα που θα το διαβάσεις και σταμάτησα (όπως και τις άλλες μέρες).  Ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, μια αναπάντητη στιγμή που είχα ονειρευτεί κάποτε,  έναν αιώνα πριν.   Μια στιγμή που δεν ήρθε ακόμη και δεν θα φανεί. Σαν ανέκδοτο διήγημα σκονισμένο σε ένα συρτάρι.  Εσύ ήσουν τόσο άλλος από αυτό που ζήταγες μακριά μου.  Κοντά, μακριά, έχει σημασία; Στο δρόμο οι άνθρωποι περπατούν βιαστικά και δεν μιλάνε, σκουντιούνται αλλά δεν μιλάνε.  Δεν ζητάνε πια «συγγνώμη», δεν απλώνουν το χέρι να σηκώσουν αυτόν που στραβοπάτησε  δίπλα τους.  Έτσι κινούνται και μέσα στις σχέσεις, χάθηκαν στη μοναξιά τους.  Έρημες πόλεις κουβαλάμε μέσα μας.  Εσύ κι εγώ μαζί δεν είμαστε μια πολιτεία.  Δεν προφταίνουμε να κτίσουμε σπίτια που θα φιλοξενήσουν τις στιγμές που ονειρεύτηκε ο καθένας μας.  Ίσως επειδή δεν τις ονειρευτήκαμε μαζί.  Οι λεωφόροι μας θα παραμείνουν σκοτεινές, κι εγώ θα συνεχίζω να αποζητώ σκιές όταν θα βγαίνει το φεγγάρι.  Σήμερα ήθελα κάτι να γράψω αλλά πάλι χάθηκα στον λαβύρινθο του μυαλού μου.  Ξεχνιέμαι, προσπερνάω, παίρνω άλλα μονοπάτια, σκοντάφτω πάνω σου και κάνω να φύγω.  Τριγύρω βοές από κόσμο που έχει κουραστεί να περιμένει, που ζητάει να βγει μπροστά.  Που θα πας;  Η καθημερινή σου διαδρομή θα αλλάξει μα εσύ θα μείνεις ο ίδιος.  Πόσο καιρό χρειάστηκες να φτάσεις ως εδώ;  Δεν θυμάμαι.  Πολύ θαρρώ μα έμοιαζε μ’ ένα μακροβούτι.  Κι ύστερα ήρθες εσύ κι έβαλες πλάτη να ακουμπήσω και να σταθώ.  Μα μπροστά μου τι;  Άδειες σκοτεινές λεωφόροι και το φεγγάρι χλωμό. Θέλω να χαράξω διαδρομή για μια Ιθάκη.  Στο μυαλό μου κατοικούν ένας μονόκερως κι ένας δράκος.  Τους έκλεψα από δυο διαφορετικά παραμύθια.  Τους έβαλα σε διαφορετικές αυλές, να προστατέψω τον δράκο από την μοίρα του κακού.  Σήμερα ήθελα κάτι να γράψω και κάτι να σου πω. Καληνύχτα.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Γενάρης

Όταν ο Γενάρης έχει κέφια, ψυχή και βλέμμα γεμίζουν με ομορφιά. Εκεί που λες ότι είναι χειμώνας -κυριολεκτικά και μεταφορικά- ξαφνικά εμφανίζεται ένας γαλανός ουρανός με παιχνιδιάρικα σύννεφα που σε κάνει να χαμογελάς.  Κι από πίσω ο  Όλυμπος,  αγαπημένος και μεγαλοπρεπής.  Αναρωτιέσαι ακόμα γιατί τον επέλεξαν για κατοικία τους οι θεοί; 

Credits: Kat d' Athènes ®




Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Αντί αντίου



Αχ βρε Γιώργη, πότε πρόλαβες;  Παιδί ήσουν ακόμη, με δυο παιδιά στην πλάτη.  Σαν τώρα σε βλέπω μπροστά μου πιτσιρίκι, στα χώματα της παιδικής χαράς στην Αργυρούπολη όπως πέφταμε από το μονόζυγο.  Έναν ήλιο φουντωτό είχες στα μαλλιά σου, πιο ξανθό δεν υπήρχε. Κι ύστερα, γυμνασιόπαιδα, εκείνο το καλοκαίρι στην Άνδρο, να κάνουμε πατητές, να ξενυχτάμε στα καφέ με τον φόβο της τιμωρίας, να ανάβουμε φωτιές στην παραλία.  Πόσα ξαδέλφια μαζεμένα εκείνο το καλοκαίρι, όλα κατράμι από τα παιχνίδια στη θάλασσα, κι εσύ με τον ήλιο στο κεφάλι ακόμη. Έτσι ήσουν ακόμη και πριν μερικά χρόνια που ήρθες και με βρήκες εδώ στα βόρεια, βόλτα με την αγάπη σου ένα βράδυ του Αγ.Βαλεντίνου. Το θυμάμαι. Σε θυμάμαι. Σαν τώρα βλέπω την μάνα μου καλοκαιριάτικα, κάτω από τον πλάτανο να μου το λέει και να μην μπορεί να το πιστέψει, να δαγκώνεται. Λίγους μήνες πριν. Πότε πρόλαβες; Ο πόνος έτρεχε πιο γρήγορα από τις μέρες και τις νύχτες σου.  Πότε πρόλαβε;  Μάθαινα για τον ήλιο που είχε σβήσει πια αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να σε φανταστώ έτσι.  Μάθαινα για τους φρικτούς πόνους και τα νοσοκομεία αλλά εγώ σε θυμόμουν πάντα να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι για κείνο το μονόζυγο.  Να ανοίγεις τα χέρια στον ουρανό. Μέχρι που χτύπησε αυτό το τηλέφωνο νωρίτερα. Ένας κόμπος. Σιωπή.
Ποτέ δεν είσαι προετοιμασμένος για το αντίο. Όσο και να στο λένε…  δεν χωνεύεται.

 

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Μαγεία

Ζω σε μια πόλη μαγική.  Κάθε βράδυ μικρές νεράιδες πασπαλίζουν τη θάλασσα με νεραιδόσκονη και τα ζευγάρια ερωτεύονται ξανά.