Σελίδες

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Αντί αντίου



Αχ βρε Γιώργη, πότε πρόλαβες;  Παιδί ήσουν ακόμη, με δυο παιδιά στην πλάτη.  Σαν τώρα σε βλέπω μπροστά μου πιτσιρίκι, στα χώματα της παιδικής χαράς στην Αργυρούπολη όπως πέφταμε από το μονόζυγο.  Έναν ήλιο φουντωτό είχες στα μαλλιά σου, πιο ξανθό δεν υπήρχε. Κι ύστερα, γυμνασιόπαιδα, εκείνο το καλοκαίρι στην Άνδρο, να κάνουμε πατητές, να ξενυχτάμε στα καφέ με τον φόβο της τιμωρίας, να ανάβουμε φωτιές στην παραλία.  Πόσα ξαδέλφια μαζεμένα εκείνο το καλοκαίρι, όλα κατράμι από τα παιχνίδια στη θάλασσα, κι εσύ με τον ήλιο στο κεφάλι ακόμη. Έτσι ήσουν ακόμη και πριν μερικά χρόνια που ήρθες και με βρήκες εδώ στα βόρεια, βόλτα με την αγάπη σου ένα βράδυ του Αγ.Βαλεντίνου. Το θυμάμαι. Σε θυμάμαι. Σαν τώρα βλέπω την μάνα μου καλοκαιριάτικα, κάτω από τον πλάτανο να μου το λέει και να μην μπορεί να το πιστέψει, να δαγκώνεται. Λίγους μήνες πριν. Πότε πρόλαβες; Ο πόνος έτρεχε πιο γρήγορα από τις μέρες και τις νύχτες σου.  Πότε πρόλαβε;  Μάθαινα για τον ήλιο που είχε σβήσει πια αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να σε φανταστώ έτσι.  Μάθαινα για τους φρικτούς πόνους και τα νοσοκομεία αλλά εγώ σε θυμόμουν πάντα να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι για κείνο το μονόζυγο.  Να ανοίγεις τα χέρια στον ουρανό. Μέχρι που χτύπησε αυτό το τηλέφωνο νωρίτερα. Ένας κόμπος. Σιωπή.
Ποτέ δεν είσαι προετοιμασμένος για το αντίο. Όσο και να στο λένε…  δεν χωνεύεται.

 

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Η πατρίδα μου


Δεν ανήκω εδώ.

Η δική μου πατρίδα γέννησε πολιτισμό.
Στη δική μου πατρίδα η φωτιά σε ανθρώπινο χέρι έφερνε δημιουργία κι όχι καταστροφή.
Οι συγκεντρώσεις πολιτών ήταν μέρος της δημοκρατίας, η Αγορά γεννήθηκε στην πόλη μου.  Στην πόλη μου σήμερα γκρεμίζεται η Αγορά με μικρό και κεφαλαίο άλφα.

Δεν ανήκω εδώ.

Μεγάλωσα σηκώνοντας περήφανη τη σημαία μου. Σήμερα κάθε τιμή στο πρόσωπό της με χαρακτηρίζει φασίστα.
Δάκρυσα στο «Εδώ Πολυτεχνείο», σήμερα βουρκώνω από αγανάκτηση και οργή για τους «τελευταίους ήρωες» που μας οδήγησαν στο χρέος.

Δεν ανήκω εδώ.
  
Το μόνο χρέος που είχα ως σήμερα ήταν ηθικό και όχι οικονομικό. Κάποιοι αλήτες με υποχρεώνουν να υιοθετήσω το δεύτερο, να αποκτήσω έγνοιες, φόβο, κατάθλιψη. Γιατί;  Κι εσύ το ίδιο νιώθεις. Γιατί;  Πόσο άβουλοι γίναμε;  Τόσο ώστε στη Βουλή μας να στέλνουμε τον μονόφθαλμο ως βασιλιά των τυφλών.

Δεν ανήκω εδώ.

Οι φίλοι μου, οι γνωστοί μου, απογοητευμένοι την κάνουν σιγά-σιγά. Μεγαλώσαμε έχοντας μάθει να εργαζόμαστε ασταμάτητα μέρα και νύχτα, τι να κάνουμε σε έναν τόπο που δεν δουλεύουν οι μηχανές;
Πίστευα ότι η πατρίδα μου είχε ιδανικά, τελικά έχει μόνο χρέη.
Οι κυβερνώντες αναρωτήθηκαν ποτέ όλοι αυτοί οι άνεργοι και άστεγοι πώς τη βοηθούν να ξεχρεώσει; Ποτέ.

Τι είναι η πατρίδα μου λοιπόν;

Ένας τόπος με λιγότερα σχολειά επειδή δεν έχουν θέρμανση τον χειμώνα. Πόσο εύκολο είναι να χειραγωγήσεις έναν λαό αγράμματο… παραδείγματα πολλά. Πόσο εύκολο είναι να χειραγωγήσεις ένα λαό που πεινάει και έχει αγανακτήσει… 

Τι είναι η πατρίδα μου; 

Ο τόπος που γεννάει ποιητές, που σκοτώνει συνταξιούχους, που ξεφτιλίζει καρκινοπαθείς, που διώχνει νέους, που σαπίζει στο ξύλο ό,τι διαφορετικό, που έχει χιλιάδες πεινασμένα παιδιά κλεισμένα στο σπίτι τους, που ξεπουλάει ιδανικά, που λες «Ζητείται ελπίς» για να συνεχίσεις.

Δεν ανήκω εδώ.


Credits: Kat d' Athènes ®