Σελίδες

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Μη μαζί γιατί...




Πρωινός καφές στο κέντρο με κουβέντες από καρδιάς. Βόλτα στα μαγαζιά έτσι για το χάζι, πολλές βαθιές ανάσες κοιτώντας τον Θερμαϊκό, μια συνάντηση με φίλους στο φτερό και πάλι πίσω, στη βόλτα της πόλης. Εκεί που αγαπώ τα βήματά μου να με πηγαίνουν. Απομονωμένη από την κίνηση και τη φασαρία της πόλης ακούγοντας τις μουσικές μου.  Μη μαζί γιατί...

Επειδή μεγαλώνω...



Μια περασμένη εποχή που ο κόσμος ήταν πολύ πιο ανάλαφρος και πιο κοντά στα γούστα μου, τότε που μας ένοιαζαν μόνο οι δικαιολογίες στους γονείς για να αργήσουμε (κι άλλο) το βράδυ, και αν έρωτας της ζωής μας ένιωθε κι εκείνος το ίδιο πετάρισμα και την ίδια ζήλεια.  Επίδαυρος, σχολική εκδρομή Λυκείου, εγώ κι η κολλητή μου μιαν ολόκληρη ζωή, κι ένα τραπέζι φίλοι και μπύρες. Χωρίς κινητά, χωρίς internet, χωρίς social media, με φίλους στη ζωή και αληθινά pokes, winks, κι όλα τα σχετικά.  Με την ξεγνοιασιά των sweet 15 και μια τεράστια αγκαλιά γεμάτη όνειρα. 
Πέρασε μια ολόκληρη ζωή από τότε, άλλαξα εγώ, άλλαξαν οι περισσότεροι φίλοι, με αρκετούς χαθήκαμε, κάποιοι έφυγαν, κάποιες σχέσεις ευτυχώς παρέμειναν στη ζωή μου ως τώρα.  Κι εκτός από εμάς άλλαξε κι όλος ο κόσμος γύρω μας, άλλαξε κι η πατρίδα μου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πήγε μπροστά.  Κάποιοι από εμάς αλλάξαμε και πατρίδες, μέσα, έξω, έχει σημασία;  Ποιος θυμάται εκείνα τα όνειρα στα χρόνια της εφηβείας, ποιος τα λυμαίνεται σήμερα;  Θυμάμαι, θυμάμαι τα πάντα και πολύ καλά κι αυτό συχνά είναι κατάρα. Να θυμάσαι πρόσωπα, λόγια, συναισθήματα. Να θυμάσαι την αγάπη αλλά και το απόλυτο κενό. Στα 15 μου αγνοούσα παντελώς την απόλυτη δύναμη της. Δεν φανταζόμουν πόση θα έπαιρνα και πόση θα έδινα. Δεν υπολόγιζα ότι θα γινόταν καταλύτης στη ζωή μου στα επόμενα χρόνια, που θα με έφτανε, που θα με έφερνε. Πόσα κέρδισα και πόσα εγκατέλειψα για χάρη της. Δεν θα τα βάλω στη ζυγαριά, αυτά ήταν κι αυτά (εν μέρει) με διαμόρφωσαν.  
Αν είχα μια υπερδύναμη θα ‘θελα να ταξιδεύω στο χρόνο και να προσέχω τον μικρό μου εαυτό, να μου ψιθύριζα στο αυτί να αποφύγω τους τοξικούς ανθρώπους και να μην αμφισβητήσω ποτέ το ένστικτο του Ιχθύ, ούτε να παραβλέψω ποτέ την πρώτη εντύπωση που μου κάνει κάποιος.  Επίσης θα με συμβούλευα να απέφευγα τις βάτες και τη φράντζα-κοκοράκι στις φωτο της εποχής για να μπορώ να τις εμφανίσω σήμερα.  Και να μιλάω λιγότερο, να σας ζαλίζω λιγότερο και να ζωγραφίζω πιο πολύ.  Να μην σταματήσω ποτέ να ονειρεύομαι.   

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Παιδί μόνο




Με ποια δύναμη να γυρίσεις το βλέμμα σου αλλού;  Με ποια καρδιά να καμωθείς πως δεν το είδες ποτέ;  Πώς να μην θυμώσεις με τον εαυτό σου που έχεις τα πάντα και περπατάς σκυφτός ενώ αυτό δεν έχει τίποτε μα κοιτάει το μέλλον του στα μάτια.  Όταν τα έχεις χάσει όλα ή σχεδόν όλα, είσαι πιο ελεύθερος και πιο γενναίος από ποτέ.   
Αχ, πουλάκι μου. 
 
Αυτό το μικρό αγόρι είναι η ελπίδα, μπορεί μια μέρα να είναι ακόμη κι ο αρχηγός ενός νέου κόσμου, μέχρι τότε όμως θα ναι ένα μικρό παιδί που ψάχνει μια πατρίδα.    

φωτό:   http://www.nostimonimar.gr
 
 

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Τη μέρα που πέθανε ο Bowie



Τη μέρα που πέθανε ο Bowie ο κεντρικός δρόμος στη γειτονιά μου στολίστηκε με μαύρες κορδέλες. Κάποιοι απόρησαν,  μετά μάθαμε ότι ήταν φόρος τιμής στη Συνοδινού που περνούσε για την τελευταία της κατοικία.  Αυτοκίνητα, επίσημοι, είπα να πάρω την άλλη κατεύθυνση και κατέβηκα προς το Ζάππειο.  
Ανοιξιάτικη μέρα, μαγιάτικη.  Με τα μακώ οι τουρίστες, με ένα παλτό στο χέρι εγώ.  Μπήκα στους κήπους του και χάζευα, πόσο μου αρέσει να περπατάω μόνη. Χιλιόμετρα.  Αδειάζει το μυαλό, γεμίζει με νέες σκέψεις. Μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Πως κάθεται, τι τρώει,  τι λέει.  Μεγάλες ηλικίες, μιλούν για τον Κυριάκο, τις συντάξεις, τα πολιτικά.  Κανείς δεν ξέρει ότι ο Bowie πέθανε, ίσως να μην τον ξέρουν καν.  Ζωήρεψα το βήμα μου και πέρασα απέναντι, στάθηκα λίγα βήματα πίσω κι αγνάντεψα τη θέα μέσα από την Πύλη του Αδριανού.   
Χώθηκα στον αγαπημένο μου πεζόδρομο,  στάθηκα στα "δικά μου" παράθυρα και μετά έκατσα σε ένα πεζούλι για να κοιτώ στα μάτια τον Παρθενώνα.  Ο ουρανός καταγάλανος, το μάρμαρο ωχρό, σηκώθηκα σαν χόρτασε το βλέμμα μου κι ανηφόρησα στα Αναφιώτικα.  Αφήνοντας τα φωτογραφημένα σοκάκια βούτηξα σε άγνωστα στενά όπου ίσαμε που χώραγα κι όλο ανέβαινα.  Άνθρωπο δεν συνάντησα, μόνο γάτες, τόσες πολλές που σκέφτηκα ότι αυτές ζουν στα σπίτια, αφήνουν τις τηλεοράσεις να παίζουν δυνατά και ασπρίζουν τις αυλές.  Έφτασα στο τέρμα, από πάνω η Ακρόπολη από κάτω η Πλάκα και στη μέση εγώ φωτογράφιζα με τα μάτια μου κάθε γωνιά της πόλης.   
Ώρες μετά βρέθηκα στην Αιόλου. Άλλος κόσμος, άλλες φωνές. Έπεσα πάνω στον Γιώργο. "Ρε συ πέθανε ο Bowie,  το πιστεύεις; Προχτές ο άλλος, σήμερα αυτός,  τί γίνεται; Τόσο πολύ μεγαλώσαμε;"  Δεν μίλησα, δεν περίμενε έτσι κι αλλιώς απάντηση.  "Τί λέει εσύ; καλά; Τι θα κάνεις;".  "Θα κάτσω να πιω ένα κρασί, α ναι, και να γράψω για τη μέρα που πέθανε ο Bowie". 

Γιώργο τη μέρα που πέθανε ο Bowie η Αθήνα συνέχιζε τη ρουτίνα της κάθε Δευτέρας κι ήταν στα μάτια μου πιο όμορφη από ποτέ.  


 [Καληνύχτα Δούκα, σε ευχαριστώ για τη μουσική και την αστερόσκονη.]