Σελίδες

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Ήθελα κάτι να γράψω




Σήμερα ήθελα κάτι να γράψω όπως και άλλες μέρες και μετά θυμήθηκα εσένα που θα το διαβάσεις και σταμάτησα (όπως και τις άλλες μέρες).  Ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, μια αναπάντητη στιγμή που είχα ονειρευτεί κάποτε,  έναν αιώνα πριν.   Μια στιγμή που δεν ήρθε ακόμη και δεν θα φανεί. Σαν ανέκδοτο διήγημα σκονισμένο σε ένα συρτάρι.  Εσύ ήσουν τόσο άλλος από αυτό που ζήταγες μακριά μου.  Κοντά, μακριά, έχει σημασία; Στο δρόμο οι άνθρωποι περπατούν βιαστικά και δεν μιλάνε, σκουντιούνται αλλά δεν μιλάνε.  Δεν ζητάνε πια «συγγνώμη», δεν απλώνουν το χέρι να σηκώσουν αυτόν που στραβοπάτησε  δίπλα τους.  Έτσι κινούνται και μέσα στις σχέσεις, χάθηκαν στη μοναξιά τους.  Έρημες πόλεις κουβαλάμε μέσα μας.  Εσύ κι εγώ μαζί δεν είμαστε μια πολιτεία.  Δεν προφταίνουμε να κτίσουμε σπίτια που θα φιλοξενήσουν τις στιγμές που ονειρεύτηκε ο καθένας μας.  Ίσως επειδή δεν τις ονειρευτήκαμε μαζί.  Οι λεωφόροι μας θα παραμείνουν σκοτεινές, κι εγώ θα συνεχίζω να αποζητώ σκιές όταν θα βγαίνει το φεγγάρι.  Σήμερα ήθελα κάτι να γράψω αλλά πάλι χάθηκα στον λαβύρινθο του μυαλού μου.  Ξεχνιέμαι, προσπερνάω, παίρνω άλλα μονοπάτια, σκοντάφτω πάνω σου και κάνω να φύγω.  Τριγύρω βοές από κόσμο που έχει κουραστεί να περιμένει, που ζητάει να βγει μπροστά.  Που θα πας;  Η καθημερινή σου διαδρομή θα αλλάξει μα εσύ θα μείνεις ο ίδιος.  Πόσο καιρό χρειάστηκες να φτάσεις ως εδώ;  Δεν θυμάμαι.  Πολύ θαρρώ μα έμοιαζε μ’ ένα μακροβούτι.  Κι ύστερα ήρθες εσύ κι έβαλες πλάτη να ακουμπήσω και να σταθώ.  Μα μπροστά μου τι;  Άδειες σκοτεινές λεωφόροι και το φεγγάρι χλωμό. Θέλω να χαράξω διαδρομή για μια Ιθάκη.  Στο μυαλό μου κατοικούν ένας μονόκερως κι ένας δράκος.  Τους έκλεψα από δυο διαφορετικά παραμύθια.  Τους έβαλα σε διαφορετικές αυλές, να προστατέψω τον δράκο από την μοίρα του κακού.  Σήμερα ήθελα κάτι να γράψω και κάτι να σου πω. Καληνύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: