Σελίδες

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Ποιός νοιάζεται;

Εν μέσω οικονομικής κρίσης, με πρόσφατες τις δηλώσεις της Τρόικας για πωλητήριο στην δημόσια περιουσία εξαγριώθηκα ακόμη περισσότερο με τους πολιτικούς μας που φωνάζουν μπροστά στις κάμερες και απειλούνται μεταξύ τους ενώ θεωρούν όλους εμάς απλά ηλίθιους και υποχείρια τους. Άνθρωποι μικροί, εθισμένοι στην εξουσία και στην απληστία, που σκαρφαλώνουν σε θρόνους-έδρανα για να φανούν τρανοί. Στην πλειοψηφία τους άνθρωποι χωρίς προσωπικότητα, που θα τους αγνοούσες πίσω από όποια άλλη επαγγελματική ταυτότητα. Οι πολιτικοί και πολιτευτές αυτού του τόπου είναι επαγγελματίες, και μάλιστα κακοί, όχι λειτουργοί ως όφειλαν. Και στο πέρασμά τους καταστρέφουν. Δεν έχουν πολιτισμό και δεν δίνουν πολιτισμό. Κι έτσι τους είναι και πιο εύκολο να χειραγωγούν. Όλοι τους ανεξαιρέτως, από το ένα άκρο ως το άλλο. Δείξτε μου τι έχουν προσφέρει σε αυτή την χώρα. Δεκαετίες ολόκληρες καταστρέφουν ότι βρουν. Και εμείς απλά τους βοηθάμε, τους αφήνουμε εκεί να μας κλέβουν εκτός από την τσέπη μας και την αξιοπρέπεια και την ιστορία μας. Να μας βυθίζουν στην λήθη. Είναι πάρα πολλά αυτά που μπορούμε όλοι μας να απαριθμήσουμε αλλά δεν θα το κάνω τώρα. Θα σταθώ μόνο σε ένα. Στις φρικτές τσιμεντούπολεις που έχουν δημιουργήσει.

Πέρασα την μέρα μου φυλλομετρώντας ακόμη μία φορά το βιβλίο του Μπίρη «Αι Αθήναι, Από του 19ου εις τον 20ον αιώνα» και πόνεσε η ψυχή μου. Όπως κάθε φορά που βρίσκομαι σε μία ευρωπαϊκή πόλη που διατηρεί μέσα από την αρχιτεκτονική την ιστορία της κι αναρωτήθηκα ακόμη μια φορά που είναι η δικιά μας. Πόσο όμορφη πόλη ήταν η Αθήνα κάποτε, με τα νεοκλασικά της μέγαρα, τις πολυκατοικίες του μεσοπολέμου, τα σιντριβάνια και τις πλατείες της, τον Ιλισό της. Εάν δεν αναγνώριζαν την οικονομική αξία του Παρθενώνα θα είχαν δώσει κι αυτές τις κολώνες αντιπαροχή, άλλωστε με τέτοια θέα ποιος δεν θα τις έπαιρνε;

Στην κατάντια των πόλεων μας φταίμε όλοι. H μετάλλαξη της αγροτικής τάξης σε αστική χωρίς ίχνος αστικής συνείδησης μετέτρεψε την Ελλάδα σε αυτό που είναι σήμερα. Οι αυλές και οι μονοκατοικίες θυσιάστηκαν στην ανάγκη μιας μεγαλύτερης πόλης που θα μπορούσε να φιλοξενήσει τις ελπίδες του επαρχιώτη που έφτανε στην πρωτεύουσα και στις μεγαλουπόλεις για να κυνηγήσει τα όνειρά του. Και στην συνέχεια ήρθε ο νεοπλουτισμός να αποτελειώσει αυτή την πόλη, να της δώσει τη χαριστική βολή. Με την έλλειψη κουλτούρας γίνονται τέρατα. Εκεί πρέπει να βρεθεί η πολιτεία και να τα σταματήσει, να σώσει την πόλη. Η πολιτεία όμως όχι μόνο δεν σταμάτησε τους ιδιώτες αλλά πήρε τα σκήπτρα στην βεβήλωση της. Τα κρατικά κτίρια βροντοφωνάζουν την κακογουστιά της, τα υπουργεία της στεγασμένα σε άσχημες κατασκευές από μπετόν εκεί που άλλοτε υπήρχαν κήποι με πετροκτιστες οικίες, οι υπουργοί που πέρασαν έδειξαν την ξυπασιά τους υπογράφοντας νόμους που έλυναν τα χέρια σε κάθε μεγαλοεργολάβο να πληγώνει την αισθητική μας. Να αφαιρεί ακροκέραμα, να καταστρέφει κιγκλιδώματα άριστης τεχνικής, να ξηλώνει μαρμάρινες πλάκες και να κόβει δένδρα.

Η πόλη έπαψε να αναπνέει, άρχισε να γκριζάρει. Στην συνέχεια κι εμείς. Οι ελάχιστες πράσινες οάσεις της, ο Αρδηττός, τα Άλση Παγκρατίου και Βεϊκου, ο Κήπος και κάποια άλλα έμειναν από παρατημένα έως βρώμικα. Τα Ανάκτορα Τατοϊου τα χρυσοπληρώσαμε όλοι μας και τα αφήνουν να σαπίζουν μέσα σε ένα παρατημένο κτήμα που θα μπορούσε να είναι το μεγαλύτερο Εθνικό Πάρκο της Αττικής, το παλιό αεροδρόμιο επίσης το αφήνουν ανεκμετάλλευτο ενώ θα μπορούσαν ήδη να το είχαν πρασινίσει και να το παραδώσουν στους πολίτες. Το ίδιο συμβαίνει σε όλες τις πόλεις, όχι μόνο στην Αθήνα, όλες έχουν να σου διηγηθούν μία ανάλογη ιστορία.

Και το ιστορικό κέντρο παρατημένο επίσης. Αφημένο στην τύχη του απόμακρο από τους περισσότερους, άγνωστο ακόμη και στους κατοίκους του, πολυμορφικό και πολυπολιτισμικό. Πριν με πείτε ξενοφοβική να σας προλάβω: δεν με ενοχλούν οι ξένοι αλλά τα γκέτο (πάσης φύσης) και η έλλειψη ελληνικής κουλτούρας και γλώσσας από δρόμους που απαρτίζουν ένα «Ιστορικό» κέντρο. Θυμηθείτε τι λέγαμε για την ιστορία στην αρχή. Σημεία που θα μπορούσαν να είναι τόσο όμορφα, όπως η πλατεία Θεάτρου, αντί να σε προκαλούν να τα περπατήσεις, τα αποφεύγεις στην θέα τόσων ναρκομανών. Πόσοι από εσάς κυκλοφορούν τα βράδια εκεί; Από πότε έχετε να τα περπατήσετε κάτω από μία χλωμή σελήνη;

Και ξαναγυρνώ στην αρχή, ποιοι είναι όλοι αυτοί που έχουν την δύναμη να αφήνουν μια χώρα να ρημάζει; Γιατί ενώ το επίπεδο της ζωής μας είναι τόσο ακριβό, αντίστοιχα η ποιότητα είναι τόσο χαμηλή;

Ελπίζω κι εύχομαι να έχουμε κάτι καλύτερο να αφήσουμε κληρονομιά πίσω μας. Και δεν μιλώ μόνο για τις πόλεις μας αλλά και για τους πολιτικούς μας.

Καληνύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: