Σελίδες

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Paris At Night (Jacques Prévert)

Trois allumettes une à une allumées dans la nuit
La première pour voir ton visage tout entier
La seconde pour voir tes yeux
La dernière pour voir ta bouche
Et l'obscurité tout entière pour me rappeler tout cela
En te serrant dans mes bras.
Three matches one by one struck in the night
The first to see your face in its entirety
The second to see your eyes
The last to see your mouth
And the darkness all around to remind me of all these
As I hold you in my arms.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

#Jan25 #Egypt

Απόψε η Αίγυπτος θα κοιμηθεί αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, μακριά από τις δυτικές κακές επιρροές.
Δεν θα μπορέσει να διαβάσει το τάιμ λάιν σου και το μινι φηντ σου.
Κι αυτό είναι το λιγότερο που μπορεί να της συμβεί.
Το μεγαλύτερο είναι αυτό που συμβαίνει στους δρόμους της.
Διαδώστε το και δείτε το βιντεακι



Λησμονιά

Λησμονιά μου συ και μέθη μου,

Όμορφη όταν κοιμάσαι το βράδυ
παραδομένη σε χρώματα λευκά,
Όταν ξαναζείς της μήτρας την πρώτη σου ασφάλεια.

Δεν διεκδικείς Τίποτα πια…

Δεν ονομάζεσαι σε Αγίων εορτές,
Χωρίς Αφιέρωμα – χωρίς Ανάθεμα
Δεν αναγνωρίζεις τη μυρωδιά του φόβου.

Αδιαφορείς.

Τα δένδρα των Εσπερίδων δεν καρποφορούν
Οι έρωτες γυμνοί στο φως

Τα πάθη που διαιωνίζονται
στέκονται μπροστά στα «μη»
κι ύστερα σε προσπερνούν.

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Μεσάνυχτα

Τρύπια η τσέπη κι εσύ γλιστράς.
Είναι μεσάνυχτα, δεν μου μιλάς.
Φεύγει η αγάπη αγάπη μου
φεύγει και δεν γυρνά
κι είναι η νιότη πρόσχαρη
μόνο σαν αγαπάς.
Φεύγουν τα χρόνια μάτια μου
δεν είμαι πια παιδί,
τις νύχτες που σε έκλεβα
στέρευε κι η ζωή.


Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Τα καλά μου

Θέλω να βάλω τα καλά μου απόψε για σένα.

Να μου κρατήσεις το χέρι και να με σύρεις στην πίστα.

Να μου κλέψεις ένα φιλί ανάμεσα σε δυο φιγούρες.

Θέλω να βάλω τα καλά μου απόψε για σένα.

Να δέσω το λουράκι στο παπούτσι χαλαρά,

να μην με κόψει σαν θα στριφογυρνώ στο πλάι σου ωραία.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Ένα βράδυ

Ακουμπισμένη στην άκρη της σκάλας.

Χρόνια πριν, σε μία άλλη πόλη, που δεν υπάρχει σήμερα στο χάρτη του μυαλού μου. Η γεωγραφία μου καθορίζεται από τη διάθεσή μου.

Χωρίς μακιγιάζ, μέσα σε ένα μαύρο στενό φουστάνι. Τα πόδια σταυροπόδι, το χέρι κρεμασμένο νωχελικά από το κάγκελο… το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη επίσης νωχελικά. Κάπνιζα τότε. Δεν ξέρω γιατί αλλά η εικόνα που έχω στα μυαλό μου είναι μια κοπέλα με κοντό σκούρο μαλλί, λίγο πάνω από τους ώμους, γυρισμένο πίσω. Πρέπει να ψάξω στα άλμπουμ να βεβαιωθώ.

Η σκάλα γυριστή, λευκό μάρμαρο με μαύρο λακαρισμένο πάσο. Δύο μισογεμάτα ποτήρια, μισοάδεια για σένα, ένας καθρέφτης κι ένα κραγιόν. Τασάκι δεν θυμάμαι στο κάδρο. Το κραγιόν κόκκινο της Έστε, σε χρυσή συσκευασία. Το άρωμα… θυμάμαι το δικό του…

Ο κόσμος δεν είχε έρθει ακόμη, οι γόβες ήταν στην άκρη και εκείνος μου έτριβε τα πόδια. Γιατί καπνίζαμε στην σκάλα; Δεν θυμάμαι… Η πρώτη βότκα της βραδιάς, με πάγο και λεμόνι. Διαμαρτυρόμουν, δεν ήθελα κουβέντες και φασαρία. Προτιμούσα ένα γεύμα για δύο. Δεν ήταν δικά μου γενέθλια όμως, δεν αποφάσιζα –ούτε σε αυτό- εγώ.

Έβαλα τις γόβες μου, έβαψα τα χείλια μου κόκκινα και σηκώθηκα.

Ξαναβγήκα σε λίγο με ένα μικρό μαύρο κουτί.

Τον αγκάλιασα και του είπα Χρόνια Πολλά.

Να ζήσεις.