Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011
Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011
Ας ειναι το "Τελευταίο Ψέμα"...
Έχω πει και θα το ξαναπώ πως η αμεσότητα του διαδικτύου υπάρχουν στιγμές που με τρομάζει. Όπως τώρα που δεν πρόλαβα να ακούσω τα νέα και ξαφνικά γέμισε το διαδίκτυο με RIP Μιχάλη Κακογιάννη. «Σε ηλικία 89 ετών απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς σήμερα ο Μιχάλης Κακογιάννης.» Μόλις δυό μέρες μετά την Amy Winehouse. Αλλά η τέχνη δεν έμεινε φτωχότερη, και οι δύο ήταν απλόχερα γενναιόδωροι μαζί της.
Ο Κακογιάννης συντέλεσε στη γέννηση ενός μύθου και άφησε τα μάτια του θεατή να ταξιδέψουν σε μία Ελλάδα παρόμοια με την Ιταλία των Φελλίνι, Ροσελίνι και Βισκόντι. Μέσα από τα ασπρόμαυρα πλάνα του ξεπήδησαν φιγούρες λουσμένες από τον ήλιο της Μεσογείου, που τις πλημμύριζε το πάθος, ο έρωτας, ο θυμός και το γέλιο.
Βάζει τον Κουήν να χορέψει στον «Ζορμπά» του και στέλνει το συρτάκι και το μπουζούκι στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, το αποθεώνει. Πριν ακόμη την «Στέλλα» μας συστήνει την Λαμπέτη σε ένα «Κυριακάτικο Ξύπνημα» και στην συνέχεια με ταινίες όπως «Το κορίτσι με τα μαύρα» και «Το τελευταίο ψέμα» μας αναγκάζει γλυκά να αγαπήσουμε τα σκοτεινά μελαγχολικά της μάτια. Κάποιος σινε-ιστορικός ίσως θα αναρωτηθεί τώρα με την ευκαιρία των πάμπολλων αφιερωμάτων που θα ακολουθήσουν, τελικά ποια ήταν η Άννα Μανιάνι του Κακογιάννη, η Μελίνα ή η Έλλη; Για μένα η Ειρήνη Παπά, η φίλη που έχει μείνει πίσω για να τον συνοδεύσει στον τελευταίο τους περίπατο. Η «Ηλέκτρα» του, η χήρα στον «Ζορμπά», η Ελένη στις «Τρωάδες», η Κλυταιμνήστρα στην «Ιφιγένεια».
Και μέσα σε όλα αυτά πάντα υπάρχει και ο απαραίτητος χώρος για την Κύπρο του. «Αττίλας ‘74» η πιο δυνατή (δια)μαρτυρία για το τι συνέβη σε αυτό το νησί. Ο κινηματογραφιστής, ο ονειροπόλος, ο καλλιτέχνης Κακογιάννης ακουμπά την ψυχή του σε ένα ντοκιμαντέρ για την γενέτειρα του και μας κάνει πάλι να δακρύσουμε.
Όλα αυτά τα χρόνια πρόσθεσε τα δικά του μαργαριτάρια σ'ένα ακριβό περιδέραιο που μας άφησαν κληρονομιά οι πιο παλιοί σε αυτόν τον τόπο. Μα δεν σταμάτησε σε αυτό, πρόσφερε στον πολιτισμό μέχρι το τέλος με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, που θα μείνει πίσω του μαζί με τις ταινίες σαν μία Κιβωτός στα σκοτεινά χρόνια που ζούμε.
Σας ευχαριστούμε κύριε Κακογιάννη.
Καλό σας ταξίδι και χαιρετίσματα στα μάτια που μας σκέπαζαν εκείνες τις γλυκιές νύχτες στα θερινά σινεμά.
Τρίτη 19 Ιουλίου 2011
Φωτο φρηκς (όλοι εμείς)!
Την είχαμε πάντα αυτή την μανία της φωτογράφισης ή την αποκτήσαμε πρόσφατα με τα σόσιαλ μήντια; Μας βοήθησε το ότι ανακαλύψαμε τις οθόνες 5 και 7 μέγκα-πίξελ στα σμαρτ φονς ή μήπως αυτά πρώτα κατάλαβαν την δική μας ανάγκη για (αυτο)προβολή και παρέα με τον Ζουκερμπεργκ και τα άλλα παιδιά μας οδήγησαν εκεί; Πες πως όλα ξεκίνησαν από ένα «προφίλ», πρώτη φορά είδα τόσες φωτογραφίες με ένα χέρι, έναν ώμο (συχνά ήταν ο δικός μου), συνήθως κοιτώντας ψηλά και λοξά. Και μετά τις «προφάιλ πικ» ήρθαν οι φωτό της παρέας, πάλι ένας ώμος αλλά περισσότερα πρόσωπα, κάποια κομμένα λίγο, κάποια ζαλισμένα από τα πολλαπλά φλας μέχρι να πετύχει η φωτό. Κι ύστερα ήρθαν οι στιγμές στην πόλη, στην εξοχή, στο σπίτι, στο γραφείο, στο ντουλάπι του μπάνιου, στο καθρεφτάκι του οδηγού, στο κοτέτσι (αν είχαμε). Κι εγώ μαζί, πρώτη και καλύτερη σε όλα αυτά. Κι ας μην θέλω να δείχνω δημόσια τις προσωπικές μου στιγμές ή το πρόσωπό μου. Γιατί δηλαδή ο Nikos-Now-Αλιάγας (http://twitpic.com/photos/nikosofficiel) μπορεί κι εγώ όχι; Οκέι, παραδέχομαι ότι είναι καλύτερος από μένα, αλλά κι αυτός κάπως έτσι δεν ξεκίνησε και τώρα (δλδ. νάου) όταν βλέπεις πειραγμένη φωτό από το άι-φον αυτόματα σκέφτεσαι αυτόν; Κι ας λυσσάνε οι επαγγελματίες φωτογράφοι με αυτό. Βρε παιδιά, όλο το νόημα αυτό δεν είναι; Να κάνουμε μόνοι μας αυτά που άλλοι έκαναν πριν για μας (καταλήγουμε ότι πρέπει να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα).
Εγώ την αλήθεια μου θα σας την πω. Από παιδάκι φωτογράφιζα τα πάντα. Στο σπίτι μου πάντα υπήρχαν δεκάδες κορνίζες με φωτό (τελευταία τις έκοψα για άλλους λόγους). Αλλά αυτή την αμεσότητα με τους υπόλοιπους και την ευκολία, να τραβάς, να σηκώνεις και ξαφνικά να έχεις την δική σου γκαλερί και λόγο για αυτήν την απέκτησα τελευταία και μου αρέσει πολύ. Εσάς;
Κυριακή 17 Ιουλίου 2011
Τζιν τόνικ
Βότκα σε ψηλό
ποτήρι με πολύ πάγο και μια φέτα λεμόνι.
Δίπλα στο πακέτο τα τσιγάρα σου.
Μην καπνίζεις άλλο, σου λέω και σπρώχνω το τασάκι παραπέρα. Με ενοχλεί ο καπνός σου ακόμη κι εδώ στην
άκρη του κόσμου σ’ αυτή τη βεράντα. Με ενοχλεί η μυρωδιά που αφήνει στα ρούχα
σου και στο φιλί σου. Δεν στο λέω αυτό, ξέρω πως σε θυμώνει.
Τζιν τόνικ,
με πολύ πάγο και λάιμ. Δίπλα το κινητό
μου κουδουνίζει στον ήχο του
εμ-εμ-ες. Με κοιτάς περίεργα μα εγώ
κοιτώ το φεγγάρι που πλημμυρίζει την οθόνη μου, χωρίς θέμα, χωρίς κείμενο, μόνο
ένα φεγγάρι τεράστιο από ένα νούμερο γνωστό. Δεν είναι καν
καταγεγραμμένο. Σε ποιό όνομα, με τί
στοιχεία, γιατί και πώς να σε ξαναβάλω στο παρόν μου; Κι απόψε μου στέλνεις το ίδιο φεγγάρι που
φέγγει κι εδώ αλλά από τα δικά σου μάτια χιλιάδες χιλιόμετρα και μία θάλασσα
μακριά. Λες και θα το χαζέψουμε μαζί σαν
άλλοτε, λες και πίνουμε παρέα –σαν τώρα καλή ώρα– κάτω από την πανσέληνο.
Τί συνήθιζες να
πίνεις; Δεν θυμάμαι πια…
Είναι όμορφο το
φεγγάρι απόψε, κι άσε τη νύχτα να μυρίζει καπνό.
-
Ποιος είναι;
-
Άγνωστο νούμερο, λάθος.
Ντηλήτ.
Σάββατο 16 Ιουλίου 2011
Πανσέληνος-υποβρύχιο
Η πανσέληνος έπαιζε με την ασημένια, καλοκαιρινή θάλασσα που άλλαξε σε ένα ποτήρι δροσερό νερό. Και βούτηξε μέσα της, να την πιει η κόρη,
να την κάνει γαργάρα στο λαιμό της, να την πιπιλίσει.
Πανσέληνος-υποβρύχιο στα μέσα του καλοκαιριού.
Θα ακολουθούσαν ανατολές μαρμελάδα βερίκοκο και ηλιοβασιλέματα
γλυκό βύσσινο αλλά έχουμε γι’αυτά καιρό…
Τρίτη 12 Ιουλίου 2011
Καλοκαιρινές Εικόνες [1]
Καλοκαίριασε. Τα τζιτζίκια στο θυμίζουν για τα καλά. Χωρίς σταματημό. Απομεσήμερο σε μια αυλή ασβεστωμένη. Με τα γεράνια της και τα βασιλικά της. Με κληματαριά στο καλωσόρισμα. Κι εκεί στην απλωμένη κουρελού απλωμένη κι η αφεντιά σου. Μέσα σε λευκά βαμβακερά, με τον ιδρώτα να έχει σταματήσει στο λακκάκι του λαιμού σου. Με το ψαθάκι σου στο χέρι σε ρόλο βεντάλιας. Ηλιοκαμένη και ξυπόλητη. Με το άλλο χέρι μαξιλάρι και την αντηλιά στο βλέμμα.
Τα τζιτζίκια δεν σταματούν.
Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011
Εκδρομή
Να πάρω το τοπι μου και το ψαθακι μου και να μπω σε ενα μπλε λεωφορειο να φυγω μακρια. Σαν παλια ελληνική ταινία.
Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011
Συμβιβασμός (Ι)
Συμβιβασμοί και ημίμετρα. Όχι, σε έχω
για μεγάλα εσένα, για καλύτερα. Λες ναι
και συμβιβάζεσαι πάλι. Δεν σε νοιάζει
που λες ψέματα στον εαυτό σου κι όχι στον άλλον, άστον μωρέ, που ξέρει, τι τον
πειράζει; Εσένα, ψιτ, εσένα, για σκέψου,
μήπως εσένα τελικά πειράζει; Ημίμετρα
στην ευτυχία. Χαμένες ώρες, μέρες,
νύχτες, άθροισμα τρομακτικό.
Συμβιβάζεσαι. Και ξαφνικά νιώθεις
εγκλωβισμένος. Σου λείπει κάτι. Αυτό που κυνηγούσες άλλοτε. Το ανοιχτό
παράθυρο που έβγαζες το πρόσωπο σου ν’ αναπνεύσεις.
(συνεχίζεται)
Τρίτη 28 Ιουνίου 2011
Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011
Τρομάζεις
|
Τ
|
ρομάζεις στον ήχο μιας ημέρας που πέρασε.
Στον αργό βηματισμό με τακούνι στιλέτο
στα πλακόστρωτα σοκάκια
μιας μνήμης που πεθαίνει.
Στη νοσταλγία που φθάνει
πριν κι απ’ αυτό το δείλι.
Στα άδεια κάδρα του μυαλού.
Στα έρημα δωμάτια
μιας καρδιάς πανσιόν β΄ κατηγορίας.
Στους απροσπέλαστους δρόμους της ψυχής
προς την σωτηρία.
Στους τυραννικούς Γολγοθάδες του πνεύματος
προς την πληρότητα και την αυτογνωσία.
Τρομάζεις στο άγγιγμα μιας αγάπης
που δεν πρόλαβες να μάθεις τ’ όνομά της.
Στο βλέμμα ενός παιδιού που ίσως να ήταν και δικό σου.
Στην προσευχή σ΄ ένα θεό
που δεν σου μίλησε με λόγια
μόνο με πράξεις.
Στο πολύβουο σεργιάνι του κόσμου
σ’ έναν πλανήτη που ζει
όσο εσύ γεννιέσαι και πεθαίνεις.
Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011
Οι αλήθειες του κυρίου Ντε Αντράντε
Πόσο πολύ συμφωνώ μαζί σας κύριε Ντε Αντράντε…
«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ότι έχω ζήσει έως τώρα...
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο... μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται... Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα...
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων...
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν... Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ΄ όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...»
Από τον Mário de Andrade
Τα παραμύθια μου
Τα πιο όμορφα
παραμύθια τα σκαρφίστηκα νύχτα. Παραμύθια
με καλές νεράιδες και όμορφα παλληκάρια. Με αστερόσκονη και πολύχρωμες
πεταλούδες. Με ουράνια τόξα και ξανθές πλεξούδες
για να τα σκαρφαλώσεις, να τα περπατήσεις χωρίς να πέσεις. Μα πάνω απ’ όλα με αγάπη. Αγάπη αρκετή για να
ξεδιψάσει και ναυαγός, αγάπη αρκετή και για να τον χορτάσει.
Απόψε δεν έχω
παραμύθια, δεν έχω δώρα, δεν έχω τίποτε πέρα της μουσικής που μ’ ακολουθεί.
Μόνο αυτή. Οι νεράιδες μου χάθηκαν κάπου
στο μαύρο τ’ ουρανού και δεν τις βρίσκω. Κάπου εκεί που είσαι κι εσύ.
Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011
Χάπυ μπέρθντεϊ Τζωρτζ
Σε λένε Γιώργο και μεγάλωσες μέσα σε μία πολιτική οικογένεια. Τρίτη γενιά πρωθυπουργός μίας χώρας που τίμησε τους προηγούμενους της οικογενείας σου, που τόσοι από αυτήν έπιναν νερό στο όνομα τους.
Της ίδιας χώρας που αντιπάθησε την μητέρα σου όταν σε επιστολή της στην Χίλαρυ της είπε ότι ζούσαν το ίδιο δράμα (βλ. κέρατο) κι υπόγραφε ως Πρώτη Κυρία της Ελλάδος ούσα ζωντοχήρα από το κέρατο. Καλά δεν ήταν μόνο αυτό, είχαν προηγηθεί πολλά άρθρα κι επιστολές στον ξένο τύπο για τον χαρακτήρα των Ελλήνων.
Σε έστειλαν να μαθητεύσεις σε ξένα μεγάλα σχολεία, να εργαστείς σε πόστα που εδώ τα έχουν μετανάστες για το χαρτζιλίκι σου (κι εσύ μετανάστης θα πεις ήσουν αλλά όχι οικονομικός μην ξεχνιέσαι), σε διάφορα χωριά της Ελλάδας με προτίμηση στην Κρήτη και στην Αχαΐα για να κάνεις κουμπαριές που δυναμώνουν την εξουσία, κι ύστερα σε έστειλαν στην Κυβέρνηση κι έγινες μικρό κοντό ανέκδοτο Γιωργάκης, κάτι σαν το Αχιλλέας στις κυβερνήσεις Καραμανλή, τι να λέμε…
Η μητέρα σου ήταν πιο σίγουρη από ποτέ ότι θα κυβερνήσεις αυτόν τον τόπο που δεν της χαρίστηκε τελικά όταν μια Ελλάδα κρεμόταν από τα χείλη σου στο «Έμαθες τα νέα πατέρα;» και τι πειράζει αν είχαμε πάντα την αμφιβολία ότι τα έγραψες εσύ.
Δεν ξέρω αν είσαι καλύτερος άνθρωπος από τον πατέρα σου, σίγουρα όμως δεν είσαι ο πατέρας σου κι αυτοί που σε αποθέωναν στις εκλογές στο όνομά του (όχι στο δικό σου) το ήξεραν καλά. Μα κι αν όλοι μας πιστεύαμε ότι δεν είσαι ικανός να ανάψεις φωτιά στις ψυχές των Ελλήνων λάθος κάναμε, κατάφερες μέσα σε λίγο χρόνο να ξεσηκώσεις έναν ολόκληρο λαό, να τον βγάλεις στους δρόμους, να φωνάζει για το δίκιο του. Κι ελπίζω ότι ίσως κατάφερες να τελειώσει η οικογενειοκρατία στην Ελλάδα, να πάψουν οι λίγοι να ξεζουμίζουν τους πολλούς, να είστε βασιλιάδες στην Δημοκρατία μας.
Δεν θέλω να μείνεις στην ιστορία σαν ο γιος του πατέρα σου ή της μητέρας σου, ούτε σαν ο πολιτικός που βούλιαξε την χώρα, αλλά σαν ο πολιτικός που χάρη στα λάθη του έσβησαν τα πολιτικά τζάκια στην Ελλάδα.
Χάπυ μπέρθντεϊ Τζωρτζ.
Της ίδιας χώρας που αντιπάθησε την μητέρα σου όταν σε επιστολή της στην Χίλαρυ της είπε ότι ζούσαν το ίδιο δράμα (βλ. κέρατο) κι υπόγραφε ως Πρώτη Κυρία της Ελλάδος ούσα ζωντοχήρα από το κέρατο. Καλά δεν ήταν μόνο αυτό, είχαν προηγηθεί πολλά άρθρα κι επιστολές στον ξένο τύπο για τον χαρακτήρα των Ελλήνων.
Σε έστειλαν να μαθητεύσεις σε ξένα μεγάλα σχολεία, να εργαστείς σε πόστα που εδώ τα έχουν μετανάστες για το χαρτζιλίκι σου (κι εσύ μετανάστης θα πεις ήσουν αλλά όχι οικονομικός μην ξεχνιέσαι), σε διάφορα χωριά της Ελλάδας με προτίμηση στην Κρήτη και στην Αχαΐα για να κάνεις κουμπαριές που δυναμώνουν την εξουσία, κι ύστερα σε έστειλαν στην Κυβέρνηση κι έγινες μικρό κοντό ανέκδοτο Γιωργάκης, κάτι σαν το Αχιλλέας στις κυβερνήσεις Καραμανλή, τι να λέμε…
Η μητέρα σου ήταν πιο σίγουρη από ποτέ ότι θα κυβερνήσεις αυτόν τον τόπο που δεν της χαρίστηκε τελικά όταν μια Ελλάδα κρεμόταν από τα χείλη σου στο «Έμαθες τα νέα πατέρα;» και τι πειράζει αν είχαμε πάντα την αμφιβολία ότι τα έγραψες εσύ.
Δεν ξέρω αν είσαι καλύτερος άνθρωπος από τον πατέρα σου, σίγουρα όμως δεν είσαι ο πατέρας σου κι αυτοί που σε αποθέωναν στις εκλογές στο όνομά του (όχι στο δικό σου) το ήξεραν καλά. Μα κι αν όλοι μας πιστεύαμε ότι δεν είσαι ικανός να ανάψεις φωτιά στις ψυχές των Ελλήνων λάθος κάναμε, κατάφερες μέσα σε λίγο χρόνο να ξεσηκώσεις έναν ολόκληρο λαό, να τον βγάλεις στους δρόμους, να φωνάζει για το δίκιο του. Κι ελπίζω ότι ίσως κατάφερες να τελειώσει η οικογενειοκρατία στην Ελλάδα, να πάψουν οι λίγοι να ξεζουμίζουν τους πολλούς, να είστε βασιλιάδες στην Δημοκρατία μας.
Δεν θέλω να μείνεις στην ιστορία σαν ο γιος του πατέρα σου ή της μητέρας σου, ούτε σαν ο πολιτικός που βούλιαξε την χώρα, αλλά σαν ο πολιτικός που χάρη στα λάθη του έσβησαν τα πολιτικά τζάκια στην Ελλάδα.
Χάπυ μπέρθντεϊ Τζωρτζ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




