Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 5 Μαΐου 2020
Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020
Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016
Τη μέρα που πέθανε ο Bowie
Τη μέρα που πέθανε ο Bowie ο κεντρικός δρόμος στη γειτονιά μου στολίστηκε
με μαύρες κορδέλες. Κάποιοι απόρησαν, μετά μάθαμε ότι ήταν φόρος τιμής
στη Συνοδινού που περνούσε για την τελευταία της κατοικία. Αυτοκίνητα,
επίσημοι, είπα να πάρω την άλλη κατεύθυνση και κατέβηκα προς το
Ζάππειο.
Ανοιξιάτικη μέρα, μαγιάτικη. Με τα μακώ οι τουρίστες, με ένα παλτό
στο χέρι εγώ. Μπήκα στους κήπους του και χάζευα, πόσο μου αρέσει να
περπατάω μόνη. Χιλιόμετρα. Αδειάζει το μυαλό, γεμίζει με νέες σκέψεις.
Μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Πως κάθεται, τι τρώει, τι
λέει. Μεγάλες ηλικίες, μιλούν για τον Κυριάκο, τις συντάξεις, τα
πολιτικά. Κανείς δεν ξέρει ότι ο Bowie πέθανε, ίσως να μην τον ξέρουν
καν. Ζωήρεψα το βήμα μου και πέρασα απέναντι, στάθηκα λίγα βήματα πίσω κι
αγνάντεψα τη θέα μέσα από την Πύλη του Αδριανού.
Χώθηκα στον
αγαπημένο μου πεζόδρομο, στάθηκα στα "δικά μου" παράθυρα και
μετά έκατσα σε ένα πεζούλι για να κοιτώ στα μάτια τον Παρθενώνα. Ο
ουρανός καταγάλανος, το μάρμαρο ωχρό, σηκώθηκα σαν χόρτασε το βλέμμα μου κι
ανηφόρησα στα Αναφιώτικα. Αφήνοντας τα φωτογραφημένα σοκάκια βούτηξα σε
άγνωστα στενά όπου ίσαμε που χώραγα κι όλο ανέβαινα. Άνθρωπο δεν
συνάντησα, μόνο γάτες, τόσες πολλές που σκέφτηκα ότι αυτές ζουν στα σπίτια,
αφήνουν τις τηλεοράσεις να παίζουν δυνατά και ασπρίζουν τις αυλές. Έφτασα
στο τέρμα, από πάνω η Ακρόπολη από κάτω η Πλάκα και στη μέση εγώ φωτογράφιζα με
τα μάτια μου κάθε γωνιά της πόλης.
Ώρες μετά βρέθηκα στην Αιόλου. Άλλος κόσμος, άλλες φωνές. Έπεσα πάνω στον Γιώργο. "Ρε συ πέθανε ο Bowie, το πιστεύεις; Προχτές ο άλλος, σήμερα αυτός, τί γίνεται; Τόσο πολύ μεγαλώσαμε;" Δεν μίλησα, δεν περίμενε έτσι κι αλλιώς απάντηση. "Τί λέει εσύ; καλά; Τι θα κάνεις;". "Θα κάτσω να πιω ένα κρασί, α ναι, και να γράψω για τη μέρα που πέθανε ο Bowie".
Γιώργο τη μέρα που πέθανε ο Bowie η Αθήνα συνέχιζε τη ρουτίνα της κάθε Δευτέρας κι ήταν στα μάτια μου πιο όμορφη από ποτέ.
Ώρες μετά βρέθηκα στην Αιόλου. Άλλος κόσμος, άλλες φωνές. Έπεσα πάνω στον Γιώργο. "Ρε συ πέθανε ο Bowie, το πιστεύεις; Προχτές ο άλλος, σήμερα αυτός, τί γίνεται; Τόσο πολύ μεγαλώσαμε;" Δεν μίλησα, δεν περίμενε έτσι κι αλλιώς απάντηση. "Τί λέει εσύ; καλά; Τι θα κάνεις;". "Θα κάτσω να πιω ένα κρασί, α ναι, και να γράψω για τη μέρα που πέθανε ο Bowie".
Γιώργο τη μέρα που πέθανε ο Bowie η Αθήνα συνέχιζε τη ρουτίνα της κάθε Δευτέρας κι ήταν στα μάτια μου πιο όμορφη από ποτέ.
[Καληνύχτα Δούκα, σε ευχαριστώ για τη μουσική και την αστερόσκονη.]
Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014
Ο μπαμπάς μου
Έχω ξαναγράψει για τον μπαμπά μου σε
αυτό το blog. Του έχω ευχηθεί «Χρόνια Πολλά»,
τον έχω τοποθετήσει σε μικρές ιστορίες, έχω αναρτήσει φωτογραφίες του. Τον μπαμπά μου τον έχασα(;) 7 χρόνια πριν. Μια βδομάδα νωρίτερα έκλεισαν αυτά τα χρόνια. Μια βουβή επέτειος, ένα κερί με καθυστέρηση
μίας ημέρας, αμέτρητα τραγούδια μετά, από εκείνα που αγαπούσε, αυτά που μου
έμαθε να αγαπώ… Κι αν τον έχω αναφέρει ανώνυμα εδώ, αν του έχω αφιερώσει
κείμενα, τραγούδια και ζωγραφιές, δεν έκατσα ποτέ να γράψω γι’ αυτόν, από φόβο
μην του φτιάξω μία αγιογραφία που δεν θα αντιστοιχούσε στον πραγματικό του
εαυτό, από φόβο μην ενοχλήσω τους υπόλοιπους –γιατί είμαστε πολλοί– σε αυτή την
οικογένεια. Δεν τον έχασα μόνη μου, δεν
ήμουν καν εκεί. Ένα αεροπλάνο δρόμο
μακριά έφυγε ο μπαμπάς μου, μια πτήση που εύχομαι να μην την ζήσει κανείς. Γιατί λοιπόν τώρα να γράψω για αυτόν; Και τι να πω; Πόσα να θυμηθώ….
Ήρθε και με βρήκε μόνος του ακούγοντας Aznavour. Μέσα από την μουσική ξαφνικά τον
ένιωσα δίπλα μου να μου λέει με
παράπονο πως δεν προλάβαμε μία συναυλία του. Περίεργος άνθρωπος ο μπαμπάς μου, από την μια
λάτρευε τον Aznavour και τον Montand και από την άλλη τους ρεμπέτες. Θεωρούσε τον Aznavour μετρ στη σκηνή, μόνο ο Montand μπορούσε να τον ανταγωνιστεί, αχ, και πόσο του άρεσαν τα μάτια της Simone Signoret. «Τι όμορφο ζευγάρι» μου έλεγε… Που να του πεις για το ειδύλλιο Montand – Monroe. Άνοιγε το βλέμμα του όταν άκουγε
τα τραγούδια τους, χαμογελούσε σαν παιδί. Ίσως επειδή του θύμιζαν εκείνα τα
χρόνια της εφηβείας του. Δεν ξέρω, δεν
τον ρώτησα ποτέ αλλά πιστεύω ότι τους ρεμπέτες τους έμαθε και τους αγάπησε πολύ
αργότερα. Σίγουρα μαγεύτηκε από τον
Μάρκο και την Φραγκοσυριανή του, όπως και από πολλούς άλλους. «Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής, για σένανε είναι γραμμένο από το κλάμα κάποιας ψυχής». Με την ίδια
λαχτάρα άκουγε τον παλιό του γείτονα τον Νίκο Δημητράτο –που έφυγε πρόσφατα– στο «Μάνα μου Ελλάς» από το Ρεμπέτικο του Φέρρη. Πόσες φορές να είχε ακούσει ή δει το
Ρεμπέτικο... Ο Καλογερόπουλος του άρεσε
από τον «Μπε» ακόμα, η Λεονάρδου και η Μπαζάκα ήταν «ιδανικές Σμυρνιές», ο
Φέρρης μάστορας. Φαντάσου ότι δεν είχε
καμιά σχέση με την Μικρασία και την προσφυγιά πέρα από αυτήν που έβλεπαν τα
μάτια του. Κυκλαδίτης, γεννημένος στην
Αθήνα από Ανδριώτες γονείς, Βυρωνιώτης ως το τέλος της ζωής του, γεννήθηκε και
κοιμήθηκε στο ίδιο σπίτι, μεγαλωμένος τα
δύσκολα χρόνια στην Άνδρο. Και όταν
μιλούσε για ελληνική μουσική σου έλεγε «εμείς τότε χωριζόμασταν σε
Μπιθικωτσικούς και Καζαντζιδικούς, εγώ ανήκα στους πρώτους», έτσι απλά, «Ένα όμορφο αμάξι με δυό άλογα να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω»
(τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν ήρθε ούτε
αμάξι ούτε άλογα αλλά εκατοντάδες κόσμου, όλοι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους κι
όλοι να μου λένε πόσο ξεχωριστός ήσουν.)
Το μυαλό μου πάει πάλι σε κείνον χωρίς σκέψη όποτε ακούω την Μοσχολιού,
ειδικά στα τραγούδια του Σπανού, εκείνη την κασέτα την είχε λιώσει στο
αυτοκίνητο μπρος πίσω. Ένα βράδυ βλέπαμε
τη «Λόλα» και ξαφνικά σε ένα παράθυρο, η παρθενική εμφάνιση της Μοσχολιού με
Ξαρχάκο: «Του ήλιου σβήστηκε το φως, εχάθη το φεγγάρι και πάει το παλληκάρι, καημός και πόθος μου κρυφός». Μου είπε τότε «ίδια
η μάνα σου είν΄ εδώ» και χαμογέλασε. Η
μεγάλη του συμπάθεια, η Μοσχολιού, η μεγάλη του αγάπη και αδυναμία, η μάνα μου. Πόσα ακόμη να θυμηθώ; Αγαπούσε τον κινηματογράφο χωρίς όρια στις επιλογές
του. Την ίδια αγάπη είχε για τις ταινίες
του Βούλγαρη (αχ πόσο κρίμα να μην προλάβεις την Μικρά Αγγλία), του Αγγελόπουλου
και του Truffaut, με αυτές του Jacques
Tati, του Louis de Funès, του Βέγγου «καλεεεέ μου άνθρωπε ξέρεις από βέσπα;». Στην ίδια ζυγαριά τα
400 χτυπήματα με τον Χωροφύλακα του Σεν-Τροπέ, ο Θίασος με τον Πράκτορα Θου-Βου. Είχε ξεχωρίσει ηθοποιούς-ινδάλματα και
μιλούσε για αυτούς, Gabin, Piccoli, Deneuve, Mastrogianni, Βεάκης, Παξινού, Κατερίνα
Ανδρεάδη, Κατράκης. Πρώτη φορά με πήρε
μαζί του σε αίθουσα να δω τον Βενιζέλο του Βούλγαρη, και την αδελφή μου 5 χρονών
στο Ταξίδι στα Κύθηρα. Το θυμόμαστε και
γελάμε. Όσο το σκέφτομαι τόσο επιβεβαιώνω
ότι του άρεσε η Ευρώπη και η κουλτούρα της, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί, οι Σκανδιναβοί, δεν θυμάμαι πέρα από μία-δύο
αγαπημένες του αμερικανικές ταινίες ή μελωδίες.
Προσπαθούσε άδικα να με μάθει να σφυρίζω. Γελάω, πόσο χαζή θα φαινόμουν. Περνούσε
ο αέρας χωρίς να βγαίνει ήχος κι εγώ Καραγκιόζης. Κι ο Καραγκιόζης του άρεσε, με έσερνε παιδάκι σε
κάτι Καραγκιόζ Μπερντέ στο Φάληρο Κυριακές απογεύματα κι εγώ αναρωτιόμουν τι
κάνω εκεί. Το ωραίο με τον μπαμπά μου
είναι ότι αν μιλήσεις με 5 ανθρώπους ο καθένας πέρα από 3-4 κοινά
χαρακτηριστικά του θα σου πει διαφορετικά δικά του γνωρίσματα κι ιστορίες. Ακόμη κι εγώ με την αδελφή μου που τον ζήσαμε
η καθεμιά περισσότερο σε άλλες εποχές της ζωής του μάλλον έχουμε διαφορετικές
εντυπώσεις κι εικόνες.
Θέλω να τον
θυμάμαι με μια μπάλα στο χέρι σε Κυριακάτικες βόλτες στην εξοχή, εγώ και δύο αγόρια να παίζουμε μαζί του. Εκείνος Παναθηναϊκός μια ζωή και Αθηναϊκός στα
τελευταία. Μικρή με είχε στους ώμους του μέσα στη Λεωφόρο. Τσακωνόμασταν, πως του ξέφυγα εγώ κι έγινα «χανούμι»; Τσακωνόμασταν κι όταν έχανε στο τάβλι, έλεγε της μάνας μου «η κόρη σου παίζει με την
τύχη της κι όχι με το μυαλό της» και το ’κλεινε λέγοντας πως δεν θα ξαναπαίξει
μαζί μου ποτέ. Μετά αρρώστησε, μετά βίας
άντεχε στα 3 παιχνίδια. Στο τέλος το
άφησε κι αυτό. Στον πρώτο μου έλεγχο τριμήνου στο Γυμνάσιο υπήρχε μια
παραφωνία, ένα 9αρι στην Μουσική ανάμεσα στα 18αρια. Ήρθε κι έπιασε την μουσικού: «Το παιδί είναι
φάλτσο, δεν μπορείτε να το ρίχνετε από τη βάση γι’ αυτό το λόγο, να το
εξετάζετε στην θεωρία». Το παιδί (εγώ)
έμαθε απέξω τα πάντα για όλους τους μεγάλους κλασσικούς και δεν μπήκε ποτέ στην
σχολική χορωδία, ούτε ξανασηκώθηκε στον πίνακα να τραγουδήσει για 3 χρόνια. Η μία
και μοναδική φορά που ζήτησε κάτι από καθηγητή μου κι όχι για τον βαθμό αλλά για την ψυχολογία μου στον πίνακα (αχ βρε ντάντυ). Καμάρωνε για τους βαθμούς
μου στην Ιστορία κι ας πίστευε ότι μαθαίνουμε λιγότερα και από τα μισά. Προσπαθούσε
να γεμίσει ο ίδιος τα κενά όπως γέμιζε τις βιβλιοθήκες με ιστορικά βιβλία. Την λάτρευε
την Ιστορία, δεν ξεχνούσε το παραμικρό. «Άμα
ξεχάσουμε το χθες δεν θα έχουμε αύριο» έλεγε και ακόμη τον πιστεύω. Αγαπούσε και τους αριθμούς, στο μυαλό του μπορούσε
να σου κάνει όποιες πράξεις ήθελες σε δευτερόλεπτα. Δεν μπορούσε να χωνέψει την
απέχθεια μου σε αριθμητική και μαθηματικά σε όλα τα σχολικά μου χρόνια. Ευτυχώς η αγάπη μου στα βιβλία αντιστάθμιζε
στα μάτια του αυτό το κακό.
Θέλω να τον θυμάμαι σε μια σχολική εκδρομή γυρνώντας
από τα Καλάβρυτα, σταματημένο το πούλμαν για ώρα, να διψώ, και να ψάχνει μέσα
στη νύχτα βενζινάδικο για να γεμίσει το παγούρι μου με νερό. Αυτός ο ίδιος άνθρωπος στην τελευταία μας βόλτα
στον Όλυμπο κρατιόταν απ’ το χέρι μου για 200 μέτρα, τόσα άντεξε, και ακόμη
κάθε χρόνο κάνω την ίδια διαδρομή για κείνον. (Η τελευταία μας εκδρομή μπαμπά). Είμαι τυχερή που τον γνώρισα και τον θυμάμαι
δυνατό, πολύ πριν η αρρώστια τον ρίξει κάτω. Που έχω τόσες ιστορίες να διηγηθώ. Τον θυμάμαι
να μας αγαπάει τόσο πολύ που πονάει η καρδιά μου για τα Όχι που του έχω πει. Δεν
είναι μνημόσυνο αυτό, δεν είναι ούτε αγιογραφία, καταγραφή αναμνήσεων και
σκέψεων είναι. Νιώθω ότι του το
οφείλω. Πως τον θυμάμαι εγώ, ποιος ήταν για
μένα. Όχι ότι τον αγάπησα περισσότερο από τα αδέλφια μου, τουναντίον, πάντα
νιώθω ότι δεν τον αγάπησα αρκετά, ότι μπορούσα και άλλο.
Επτά χρόνια μετά
σκέφτομαι πως το μόνο που αφήνω εγώ πίσω
μου είναι οι εικόνες και τα κείμενα μου. Εκεί μέσα πρέπει να βρίσκεται κι αυτός, δεν
θέλω να τον κρατήσω μόνο για μένα. Να
έρχομαι αραιά και που σε αυτό το blog
και να διηγούμαι τις ιστορίες του. Όπως για κείνο το βράδυ στο Ηρώδειο που μαγεύτηκε από τον Nureyev και την Fonteyn, μια ιστορία για την επόμενη φορά.
Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014
Η Ατζέντα
Θυμάμαι ως κοριτσάκι, την «κουτσομπόλα» στο
χωλ του σπιτιού μας. Εκείνες τις
χαρακτηριστικές πολυθρόνες με το ένθετο τραπεζάκι για το τηλέφωνο που
κούρνιαζες με τις ώρες και μιλούσες με τις φίλες σου. Κι ας έπεφταν βροχή οι
μονάδες, ας έμπαιναν ξένοι στη γραμμή, ας μούδιαζες αφού δεν μπορούσες να πας
το 3κιλο τηλέφωνο βόλτα. Εκεί σε ένα
συρταράκι υπήρχε πάντα η ατζέντα της μαμάς, το τηλεφωνικό της ευρετήριο
δηλαδή, που ανάλογα με την εποχή και τη μόδα άλλαζε μορφή, πάντα γραμμένη με
μολύβι και πάντα μπουχτισμένη στο «Κ», για να φτάσει στην σημερινή οικολογική
που ακόμη έχει η μητέρα μου σε ένα άλλο συρτάρι πια.
Θυμάμαι λοιπόν κάτι βράδια που καθαρόγραφα
τη νέα ατζέντα – εποχή χωρίς κινητά – πως με έβαζε να αλλάζω ονόματα και
γράμματα σε νούμερα όταν κάποιος είχε φύγει και το τηλέφωνο του περνούσε πια σε
κάποιον άλλον μέσα στο σπίτι, σε σύζυγο, σε κόρη, ήταν «κληρονομιά». Θυμάμαι την διστακτικότητά της να σβήσει ένα
τηλέφωνο που δεν αντιστοιχούσε σε κανέναν πια, νούμερα που ακόμη τα θυμάμαι ενώ
ξεχνάω το δικό μου κινητό. Στο τέλος πάντα τα έσβηνε, η ζωή προχωρούσε μπροστά.
Πρέπει να έχουν περάσει 15 χρόνια
τουλάχιστον από την εποχή που κρατούσα filofax και συνέχεια πρόσθετα σελίδες στην δική μου
«ατζέντα». Το filofax έγινε κινητό, μετά smartphone, iPhone, και η «ατζέντα»
απλά «επαφές». Τα περισσότερα νούμερα είναι κινητά, προσωπικά τηλέφωνα, αυτά
που στέλνεις ένα sms που ξέρεις ότι μόνο
ο ιδιοκτήτης του θα το διαβάσει.
Εχτές το βράδυ μετρούσα χαμένες επαφές,
νούμερα χωρίς αντίκρισμα. Κάποιες από
αυτές αναγράφουν και ημέρα γενεθλίων με alarm. Τα κρατάω. Ίσως να
φταίει ότι έχω ξεπεράσει κατά πολύ την ηλικία της μητέρας μου όταν δίσταζε να
σβήσει τηλέφωνα.
Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013
The End of an Era
Απόψε έκλεισαν την ΕΡΤ, η μόνη συντροφιά
πέραν της οικογένειας μου που είχε παραμείνει στη ζωή μου σταθερά όσο με θυμάμαι.
20 χρόνια πριν εμφανιστεί η ιδιωτική
τηλεόραση ήταν εκεί για να μου προσφέρει τα πάντα, ακόμη και αργότερα όταν οι
άλλοι σνόμπαραν όσα μου άρεσαν. Ακόμη κι
αν σιχτίριζα το χαράτσι της, τις απεργίες της, τους διορισμούς της, ήταν το
κανάλι (ή καλύτερα, το μπουκέτο καναλιών/σταθμών) που επέλεγα να παρακολουθώ
από τότε που και οι δύο ήμασταν μωρά.
Δεν με ρώτησε κανείς. Δεν μου απεύθυνε το
λόγο κανένας. Ας ζητούσαν από εμάς ένα πλάνο εξυγίανσης της αφού οι ίδιοι δεν
μπορούσαν.
Στην χώρα του "πονάει κεφάλι, κόβω κεφάλι" και
των μονομερών αποφάσεων δεν μπορεί να ‘κυματίζει’ καμία σημαία σε δημόσιο
κανάλι, κάτι τέτοιο θα δήλωνε Δημοκρατία και θα ζούσαμε σε Ουτοπία.
Η ΕΡΤ δεν είναι η αρχή, δυστυχώς δεν είναι
ούτε το τέλος.
«Όταν ήρθαν να
πάρουν»
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν Εβραίος.
Δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να
αντιδράσει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



