Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λόγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λόγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 31 Μαρτίου 2022
Τρίτη 5 Μαΐου 2020
Σάββατο 14 Μαρτίου 2020
Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020
Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016
Αστέρια
Υπάρχουν άνθρωποι που αφήνουν το αποτύπωμα τους στον κόσμο
μας, που κοιτάζουν μπροστά, δημιουργούν έργο και έμπνευση, αγαπούν τη ζωή και
μάχονται για τα όνειρά τους. Αυτόφωτοι.
Κι υπάρχουν και αυτοί που τους παρακολουθούν, που στέκονται
δίπλα τους, ζουν μαζί τους και «κλέβουν» από τη δικιά τους λάμψη, σαν
χαμαιλέοντες παίρνουν και προβάλουν την προσωπικότητα του άλλου για δική
τους.
Στο τέλος της «ημέρας», όταν η αυλαία πέφτει
αναγνωρίζουμε το αληθινό από το ψεύτικο, το διαμάντι από το στρας. Μα ξέρεις τι μετράει περισσότερο;
Ότι όσο και να κλέψεις από τη λάμψη ενός άστρου αυτό
θα παραμείνει φωτεινό, δεν θα σβήσει όπως ο κλέφτης του.
Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016
Τη μέρα που πέθανε ο Bowie
Τη μέρα που πέθανε ο Bowie ο κεντρικός δρόμος στη γειτονιά μου στολίστηκε
με μαύρες κορδέλες. Κάποιοι απόρησαν, μετά μάθαμε ότι ήταν φόρος τιμής
στη Συνοδινού που περνούσε για την τελευταία της κατοικία. Αυτοκίνητα,
επίσημοι, είπα να πάρω την άλλη κατεύθυνση και κατέβηκα προς το
Ζάππειο.
Ανοιξιάτικη μέρα, μαγιάτικη. Με τα μακώ οι τουρίστες, με ένα παλτό
στο χέρι εγώ. Μπήκα στους κήπους του και χάζευα, πόσο μου αρέσει να
περπατάω μόνη. Χιλιόμετρα. Αδειάζει το μυαλό, γεμίζει με νέες σκέψεις.
Μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Πως κάθεται, τι τρώει, τι
λέει. Μεγάλες ηλικίες, μιλούν για τον Κυριάκο, τις συντάξεις, τα
πολιτικά. Κανείς δεν ξέρει ότι ο Bowie πέθανε, ίσως να μην τον ξέρουν
καν. Ζωήρεψα το βήμα μου και πέρασα απέναντι, στάθηκα λίγα βήματα πίσω κι
αγνάντεψα τη θέα μέσα από την Πύλη του Αδριανού.
Χώθηκα στον
αγαπημένο μου πεζόδρομο, στάθηκα στα "δικά μου" παράθυρα και
μετά έκατσα σε ένα πεζούλι για να κοιτώ στα μάτια τον Παρθενώνα. Ο
ουρανός καταγάλανος, το μάρμαρο ωχρό, σηκώθηκα σαν χόρτασε το βλέμμα μου κι
ανηφόρησα στα Αναφιώτικα. Αφήνοντας τα φωτογραφημένα σοκάκια βούτηξα σε
άγνωστα στενά όπου ίσαμε που χώραγα κι όλο ανέβαινα. Άνθρωπο δεν
συνάντησα, μόνο γάτες, τόσες πολλές που σκέφτηκα ότι αυτές ζουν στα σπίτια,
αφήνουν τις τηλεοράσεις να παίζουν δυνατά και ασπρίζουν τις αυλές. Έφτασα
στο τέρμα, από πάνω η Ακρόπολη από κάτω η Πλάκα και στη μέση εγώ φωτογράφιζα με
τα μάτια μου κάθε γωνιά της πόλης.
Ώρες μετά βρέθηκα στην Αιόλου. Άλλος κόσμος, άλλες φωνές. Έπεσα πάνω στον Γιώργο. "Ρε συ πέθανε ο Bowie, το πιστεύεις; Προχτές ο άλλος, σήμερα αυτός, τί γίνεται; Τόσο πολύ μεγαλώσαμε;" Δεν μίλησα, δεν περίμενε έτσι κι αλλιώς απάντηση. "Τί λέει εσύ; καλά; Τι θα κάνεις;". "Θα κάτσω να πιω ένα κρασί, α ναι, και να γράψω για τη μέρα που πέθανε ο Bowie".
Γιώργο τη μέρα που πέθανε ο Bowie η Αθήνα συνέχιζε τη ρουτίνα της κάθε Δευτέρας κι ήταν στα μάτια μου πιο όμορφη από ποτέ.
Ώρες μετά βρέθηκα στην Αιόλου. Άλλος κόσμος, άλλες φωνές. Έπεσα πάνω στον Γιώργο. "Ρε συ πέθανε ο Bowie, το πιστεύεις; Προχτές ο άλλος, σήμερα αυτός, τί γίνεται; Τόσο πολύ μεγαλώσαμε;" Δεν μίλησα, δεν περίμενε έτσι κι αλλιώς απάντηση. "Τί λέει εσύ; καλά; Τι θα κάνεις;". "Θα κάτσω να πιω ένα κρασί, α ναι, και να γράψω για τη μέρα που πέθανε ο Bowie".
Γιώργο τη μέρα που πέθανε ο Bowie η Αθήνα συνέχιζε τη ρουτίνα της κάθε Δευτέρας κι ήταν στα μάτια μου πιο όμορφη από ποτέ.
[Καληνύχτα Δούκα, σε ευχαριστώ για τη μουσική και την αστερόσκονη.]
Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015
Κοινωνία
Να έχετε
ανταλλάξει κουβέντες και ματιές, να σας έχει πάρει το παράπονο. Κι ύστερα να κάθεστε στο τραπέζι και να
φιλιώνετε γύρω από ένα μοσχαράκι κοκκινιστό, να γίνονται οι μαμαδίστικες
μυρωδιές και γεύσεις το φάρμακο για να
ανοίξεις την αγκαλιά σου και πάλι. Άντε πες μου εσύ αν μαλακώνει η ψυχή με ένα
κινέζικο ή μια πιατέλα παντσέτες, αν δεν μπορείς να την κοινωνήσεις με μια
μπουκιά ψωμί.
Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014
Ο μπαμπάς μου
Έχω ξαναγράψει για τον μπαμπά μου σε
αυτό το blog. Του έχω ευχηθεί «Χρόνια Πολλά»,
τον έχω τοποθετήσει σε μικρές ιστορίες, έχω αναρτήσει φωτογραφίες του. Τον μπαμπά μου τον έχασα(;) 7 χρόνια πριν. Μια βδομάδα νωρίτερα έκλεισαν αυτά τα χρόνια. Μια βουβή επέτειος, ένα κερί με καθυστέρηση
μίας ημέρας, αμέτρητα τραγούδια μετά, από εκείνα που αγαπούσε, αυτά που μου
έμαθε να αγαπώ… Κι αν τον έχω αναφέρει ανώνυμα εδώ, αν του έχω αφιερώσει
κείμενα, τραγούδια και ζωγραφιές, δεν έκατσα ποτέ να γράψω γι’ αυτόν, από φόβο
μην του φτιάξω μία αγιογραφία που δεν θα αντιστοιχούσε στον πραγματικό του
εαυτό, από φόβο μην ενοχλήσω τους υπόλοιπους –γιατί είμαστε πολλοί– σε αυτή την
οικογένεια. Δεν τον έχασα μόνη μου, δεν
ήμουν καν εκεί. Ένα αεροπλάνο δρόμο
μακριά έφυγε ο μπαμπάς μου, μια πτήση που εύχομαι να μην την ζήσει κανείς. Γιατί λοιπόν τώρα να γράψω για αυτόν; Και τι να πω; Πόσα να θυμηθώ….
Ήρθε και με βρήκε μόνος του ακούγοντας Aznavour. Μέσα από την μουσική ξαφνικά τον
ένιωσα δίπλα μου να μου λέει με
παράπονο πως δεν προλάβαμε μία συναυλία του. Περίεργος άνθρωπος ο μπαμπάς μου, από την μια
λάτρευε τον Aznavour και τον Montand και από την άλλη τους ρεμπέτες. Θεωρούσε τον Aznavour μετρ στη σκηνή, μόνο ο Montand μπορούσε να τον ανταγωνιστεί, αχ, και πόσο του άρεσαν τα μάτια της Simone Signoret. «Τι όμορφο ζευγάρι» μου έλεγε… Που να του πεις για το ειδύλλιο Montand – Monroe. Άνοιγε το βλέμμα του όταν άκουγε
τα τραγούδια τους, χαμογελούσε σαν παιδί. Ίσως επειδή του θύμιζαν εκείνα τα
χρόνια της εφηβείας του. Δεν ξέρω, δεν
τον ρώτησα ποτέ αλλά πιστεύω ότι τους ρεμπέτες τους έμαθε και τους αγάπησε πολύ
αργότερα. Σίγουρα μαγεύτηκε από τον
Μάρκο και την Φραγκοσυριανή του, όπως και από πολλούς άλλους. «Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής, για σένανε είναι γραμμένο από το κλάμα κάποιας ψυχής». Με την ίδια
λαχτάρα άκουγε τον παλιό του γείτονα τον Νίκο Δημητράτο –που έφυγε πρόσφατα– στο «Μάνα μου Ελλάς» από το Ρεμπέτικο του Φέρρη. Πόσες φορές να είχε ακούσει ή δει το
Ρεμπέτικο... Ο Καλογερόπουλος του άρεσε
από τον «Μπε» ακόμα, η Λεονάρδου και η Μπαζάκα ήταν «ιδανικές Σμυρνιές», ο
Φέρρης μάστορας. Φαντάσου ότι δεν είχε
καμιά σχέση με την Μικρασία και την προσφυγιά πέρα από αυτήν που έβλεπαν τα
μάτια του. Κυκλαδίτης, γεννημένος στην
Αθήνα από Ανδριώτες γονείς, Βυρωνιώτης ως το τέλος της ζωής του, γεννήθηκε και
κοιμήθηκε στο ίδιο σπίτι, μεγαλωμένος τα
δύσκολα χρόνια στην Άνδρο. Και όταν
μιλούσε για ελληνική μουσική σου έλεγε «εμείς τότε χωριζόμασταν σε
Μπιθικωτσικούς και Καζαντζιδικούς, εγώ ανήκα στους πρώτους», έτσι απλά, «Ένα όμορφο αμάξι με δυό άλογα να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω»
(τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν ήρθε ούτε
αμάξι ούτε άλογα αλλά εκατοντάδες κόσμου, όλοι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους κι
όλοι να μου λένε πόσο ξεχωριστός ήσουν.)
Το μυαλό μου πάει πάλι σε κείνον χωρίς σκέψη όποτε ακούω την Μοσχολιού,
ειδικά στα τραγούδια του Σπανού, εκείνη την κασέτα την είχε λιώσει στο
αυτοκίνητο μπρος πίσω. Ένα βράδυ βλέπαμε
τη «Λόλα» και ξαφνικά σε ένα παράθυρο, η παρθενική εμφάνιση της Μοσχολιού με
Ξαρχάκο: «Του ήλιου σβήστηκε το φως, εχάθη το φεγγάρι και πάει το παλληκάρι, καημός και πόθος μου κρυφός». Μου είπε τότε «ίδια
η μάνα σου είν΄ εδώ» και χαμογέλασε. Η
μεγάλη του συμπάθεια, η Μοσχολιού, η μεγάλη του αγάπη και αδυναμία, η μάνα μου. Πόσα ακόμη να θυμηθώ; Αγαπούσε τον κινηματογράφο χωρίς όρια στις επιλογές
του. Την ίδια αγάπη είχε για τις ταινίες
του Βούλγαρη (αχ πόσο κρίμα να μην προλάβεις την Μικρά Αγγλία), του Αγγελόπουλου
και του Truffaut, με αυτές του Jacques
Tati, του Louis de Funès, του Βέγγου «καλεεεέ μου άνθρωπε ξέρεις από βέσπα;». Στην ίδια ζυγαριά τα
400 χτυπήματα με τον Χωροφύλακα του Σεν-Τροπέ, ο Θίασος με τον Πράκτορα Θου-Βου. Είχε ξεχωρίσει ηθοποιούς-ινδάλματα και
μιλούσε για αυτούς, Gabin, Piccoli, Deneuve, Mastrogianni, Βεάκης, Παξινού, Κατερίνα
Ανδρεάδη, Κατράκης. Πρώτη φορά με πήρε
μαζί του σε αίθουσα να δω τον Βενιζέλο του Βούλγαρη, και την αδελφή μου 5 χρονών
στο Ταξίδι στα Κύθηρα. Το θυμόμαστε και
γελάμε. Όσο το σκέφτομαι τόσο επιβεβαιώνω
ότι του άρεσε η Ευρώπη και η κουλτούρα της, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί, οι Σκανδιναβοί, δεν θυμάμαι πέρα από μία-δύο
αγαπημένες του αμερικανικές ταινίες ή μελωδίες.
Προσπαθούσε άδικα να με μάθει να σφυρίζω. Γελάω, πόσο χαζή θα φαινόμουν. Περνούσε
ο αέρας χωρίς να βγαίνει ήχος κι εγώ Καραγκιόζης. Κι ο Καραγκιόζης του άρεσε, με έσερνε παιδάκι σε
κάτι Καραγκιόζ Μπερντέ στο Φάληρο Κυριακές απογεύματα κι εγώ αναρωτιόμουν τι
κάνω εκεί. Το ωραίο με τον μπαμπά μου
είναι ότι αν μιλήσεις με 5 ανθρώπους ο καθένας πέρα από 3-4 κοινά
χαρακτηριστικά του θα σου πει διαφορετικά δικά του γνωρίσματα κι ιστορίες. Ακόμη κι εγώ με την αδελφή μου που τον ζήσαμε
η καθεμιά περισσότερο σε άλλες εποχές της ζωής του μάλλον έχουμε διαφορετικές
εντυπώσεις κι εικόνες.
Θέλω να τον
θυμάμαι με μια μπάλα στο χέρι σε Κυριακάτικες βόλτες στην εξοχή, εγώ και δύο αγόρια να παίζουμε μαζί του. Εκείνος Παναθηναϊκός μια ζωή και Αθηναϊκός στα
τελευταία. Μικρή με είχε στους ώμους του μέσα στη Λεωφόρο. Τσακωνόμασταν, πως του ξέφυγα εγώ κι έγινα «χανούμι»; Τσακωνόμασταν κι όταν έχανε στο τάβλι, έλεγε της μάνας μου «η κόρη σου παίζει με την
τύχη της κι όχι με το μυαλό της» και το ’κλεινε λέγοντας πως δεν θα ξαναπαίξει
μαζί μου ποτέ. Μετά αρρώστησε, μετά βίας
άντεχε στα 3 παιχνίδια. Στο τέλος το
άφησε κι αυτό. Στον πρώτο μου έλεγχο τριμήνου στο Γυμνάσιο υπήρχε μια
παραφωνία, ένα 9αρι στην Μουσική ανάμεσα στα 18αρια. Ήρθε κι έπιασε την μουσικού: «Το παιδί είναι
φάλτσο, δεν μπορείτε να το ρίχνετε από τη βάση γι’ αυτό το λόγο, να το
εξετάζετε στην θεωρία». Το παιδί (εγώ)
έμαθε απέξω τα πάντα για όλους τους μεγάλους κλασσικούς και δεν μπήκε ποτέ στην
σχολική χορωδία, ούτε ξανασηκώθηκε στον πίνακα να τραγουδήσει για 3 χρόνια. Η μία
και μοναδική φορά που ζήτησε κάτι από καθηγητή μου κι όχι για τον βαθμό αλλά για την ψυχολογία μου στον πίνακα (αχ βρε ντάντυ). Καμάρωνε για τους βαθμούς
μου στην Ιστορία κι ας πίστευε ότι μαθαίνουμε λιγότερα και από τα μισά. Προσπαθούσε
να γεμίσει ο ίδιος τα κενά όπως γέμιζε τις βιβλιοθήκες με ιστορικά βιβλία. Την λάτρευε
την Ιστορία, δεν ξεχνούσε το παραμικρό. «Άμα
ξεχάσουμε το χθες δεν θα έχουμε αύριο» έλεγε και ακόμη τον πιστεύω. Αγαπούσε και τους αριθμούς, στο μυαλό του μπορούσε
να σου κάνει όποιες πράξεις ήθελες σε δευτερόλεπτα. Δεν μπορούσε να χωνέψει την
απέχθεια μου σε αριθμητική και μαθηματικά σε όλα τα σχολικά μου χρόνια. Ευτυχώς η αγάπη μου στα βιβλία αντιστάθμιζε
στα μάτια του αυτό το κακό.
Θέλω να τον θυμάμαι σε μια σχολική εκδρομή γυρνώντας
από τα Καλάβρυτα, σταματημένο το πούλμαν για ώρα, να διψώ, και να ψάχνει μέσα
στη νύχτα βενζινάδικο για να γεμίσει το παγούρι μου με νερό. Αυτός ο ίδιος άνθρωπος στην τελευταία μας βόλτα
στον Όλυμπο κρατιόταν απ’ το χέρι μου για 200 μέτρα, τόσα άντεξε, και ακόμη
κάθε χρόνο κάνω την ίδια διαδρομή για κείνον. (Η τελευταία μας εκδρομή μπαμπά). Είμαι τυχερή που τον γνώρισα και τον θυμάμαι
δυνατό, πολύ πριν η αρρώστια τον ρίξει κάτω. Που έχω τόσες ιστορίες να διηγηθώ. Τον θυμάμαι
να μας αγαπάει τόσο πολύ που πονάει η καρδιά μου για τα Όχι που του έχω πει. Δεν
είναι μνημόσυνο αυτό, δεν είναι ούτε αγιογραφία, καταγραφή αναμνήσεων και
σκέψεων είναι. Νιώθω ότι του το
οφείλω. Πως τον θυμάμαι εγώ, ποιος ήταν για
μένα. Όχι ότι τον αγάπησα περισσότερο από τα αδέλφια μου, τουναντίον, πάντα
νιώθω ότι δεν τον αγάπησα αρκετά, ότι μπορούσα και άλλο.
Επτά χρόνια μετά
σκέφτομαι πως το μόνο που αφήνω εγώ πίσω
μου είναι οι εικόνες και τα κείμενα μου. Εκεί μέσα πρέπει να βρίσκεται κι αυτός, δεν
θέλω να τον κρατήσω μόνο για μένα. Να
έρχομαι αραιά και που σε αυτό το blog
και να διηγούμαι τις ιστορίες του. Όπως για κείνο το βράδυ στο Ηρώδειο που μαγεύτηκε από τον Nureyev και την Fonteyn, μια ιστορία για την επόμενη φορά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




