Σελίδες

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Λησμονιά

Λησμονιά μου συ και μέθη μου,

Όμορφη όταν κοιμάσαι το βράδυ
παραδομένη σε χρώματα λευκά,
Όταν ξαναζείς της μήτρας την πρώτη σου ασφάλεια.

Δεν διεκδικείς Τίποτα πια…

Δεν ονομάζεσαι σε Αγίων εορτές,
Χωρίς Αφιέρωμα – χωρίς Ανάθεμα
Δεν αναγνωρίζεις τη μυρωδιά του φόβου.

Αδιαφορείς.

Τα δένδρα των Εσπερίδων δεν καρποφορούν
Οι έρωτες γυμνοί στο φως

Τα πάθη που διαιωνίζονται
στέκονται μπροστά στα «μη»
κι ύστερα σε προσπερνούν.

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Μεσάνυχτα

Τρύπια η τσέπη κι εσύ γλιστράς.
Είναι μεσάνυχτα, δεν μου μιλάς.
Φεύγει η αγάπη αγάπη μου
φεύγει και δεν γυρνά
κι είναι η νιότη πρόσχαρη
μόνο σαν αγαπάς.
Φεύγουν τα χρόνια μάτια μου
δεν είμαι πια παιδί,
τις νύχτες που σε έκλεβα
στέρευε κι η ζωή.


Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Τα καλά μου

Θέλω να βάλω τα καλά μου απόψε για σένα.

Να μου κρατήσεις το χέρι και να με σύρεις στην πίστα.

Να μου κλέψεις ένα φιλί ανάμεσα σε δυο φιγούρες.

Θέλω να βάλω τα καλά μου απόψε για σένα.

Να δέσω το λουράκι στο παπούτσι χαλαρά,

να μην με κόψει σαν θα στριφογυρνώ στο πλάι σου ωραία.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Ένα βράδυ

Ακουμπισμένη στην άκρη της σκάλας.

Χρόνια πριν, σε μία άλλη πόλη, που δεν υπάρχει σήμερα στο χάρτη του μυαλού μου. Η γεωγραφία μου καθορίζεται από τη διάθεσή μου.

Χωρίς μακιγιάζ, μέσα σε ένα μαύρο στενό φουστάνι. Τα πόδια σταυροπόδι, το χέρι κρεμασμένο νωχελικά από το κάγκελο… το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη επίσης νωχελικά. Κάπνιζα τότε. Δεν ξέρω γιατί αλλά η εικόνα που έχω στα μυαλό μου είναι μια κοπέλα με κοντό σκούρο μαλλί, λίγο πάνω από τους ώμους, γυρισμένο πίσω. Πρέπει να ψάξω στα άλμπουμ να βεβαιωθώ.

Η σκάλα γυριστή, λευκό μάρμαρο με μαύρο λακαρισμένο πάσο. Δύο μισογεμάτα ποτήρια, μισοάδεια για σένα, ένας καθρέφτης κι ένα κραγιόν. Τασάκι δεν θυμάμαι στο κάδρο. Το κραγιόν κόκκινο της Έστε, σε χρυσή συσκευασία. Το άρωμα… θυμάμαι το δικό του…

Ο κόσμος δεν είχε έρθει ακόμη, οι γόβες ήταν στην άκρη και εκείνος μου έτριβε τα πόδια. Γιατί καπνίζαμε στην σκάλα; Δεν θυμάμαι… Η πρώτη βότκα της βραδιάς, με πάγο και λεμόνι. Διαμαρτυρόμουν, δεν ήθελα κουβέντες και φασαρία. Προτιμούσα ένα γεύμα για δύο. Δεν ήταν δικά μου γενέθλια όμως, δεν αποφάσιζα –ούτε σε αυτό- εγώ.

Έβαλα τις γόβες μου, έβαψα τα χείλια μου κόκκινα και σηκώθηκα.

Ξαναβγήκα σε λίγο με ένα μικρό μαύρο κουτί.

Τον αγκάλιασα και του είπα Χρόνια Πολλά.

Να ζήσεις.



Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Παύση


Άσε με να γράψω. Μην μου το στερείς. Είναι κάποιες ώρες που το μυαλό μου έχει μόνο μία εικόνα, ένα μολύβι που τρέχει στο λευκό χαρτί. Καλό χαρτί, οπαλίνα. Κι όταν ξανασηκώνω το βλέμμα μου, το χαρτί έχει γεμίσει λέξεις και ζωγραφιές. Δίπλα από μία ανεμώνη γράφω για την μέρα που κοντοστάθηκες κάπου στην Π. Ιωακείμ και μου πρόσφερες ένα μπουκέτο ανεμώνες. Περικυκλώνω μία καρδιά με την λέξη «κόκκινο» ξανά και ξανά, αλλά η καρδιά παραμένει μαυρόασπρο σκαρίφημα. Και λίγο παραπέρα γράφω την λέξη «περικοκλάδα» και υπάρχουν μύριες μικρές ασπρόμαυρες καρδιές πλεγμένες μεταξύ τους. Στο ανοιχτό πανί από ένα μικρό καΐκι γράφω καλλιγραφικά «έρχομαι» ενώ μια λέξη παίζει στην ρότα, «ζαλίζομαι»… Και τέλος, ένα μολύβι με γομολάστιχα στο πάνω μέρος κρέμεται από το «η» στη λέξη «παύση».

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Βόλτα στη βροχή

732.
Φορμίωνος.
Απόγευμα.
Βροχή.
Δυό κινεζούλες χεράκι-χεράκι. Κρυφά βλέμματα, δάχτυλα πλεγμένα.
Ένα ζευγάρι Πακιστανών γύρω στα 20. Το μωρό στο καρότσι. Κλαίει, η μάνα το σηκώνει, το τυλίγει με μια κουβέρτα στην αγκαλιά. Τα μάτια του γυαλίζουν από τον πυρετό.
Ελληνίδα γηρασμένη κυρία περασμένων δεύτερων –ήντα, πίσω από το μωρό, το σταυροκοπάει και το φτύνει… Λες να πέσει ο πυρετός;
Ομπρέλες ανοιχτές στο βρεγμένο δάπεδο.
Βασιλίσσης Σοφίας. Νεοφύτου Δούκα. Καψάλη…
Συνεχίζω.
Κάποια πρεβάζια στάζουν.